αρχική σελίδα    δραστηριότητες    εργασίες    το σχολείο μας    επικοινωνία

διδακτικό προσωπικό     μαθητικό δυναμικό

 

    ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Ο ποιητής και τ’ αστέρι

και ….. άλλα παραμύθια

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Ο ποιητής και τ’ αστέρι

Το ορφανό παλικάρι

Ο Ράικο και το ξωτικό

Ένας ηλικιωμένος ονειρεύεται

Τα νιάτα δεν πρέπει να γερνούν

 

Κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη.

Δώσ’ της κλότσο να γυρίσει

παραμύθι ν’ αρχινήσει.

 

Ο ποιητής και τ’ αστέρι

Mια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό χωριουδάκι, ζούσε ένα παλικάρι περίπου 20 χρονών. Ήτανε φτωχό, μα είχε πλούσια καρδιά και γι’ αυτό έγραφε και ποιήματα. Τα ποιήματά του ήταν τόσο χαρούμενα που μαζί του διασκέδαζε όλο το χωριό. Μαζεύονταν τα βραδάκια και περνούσαν μαζί του ώρες ατέλειωτες.

Μια μέρα ένας άλλος ποιητής, που ζήλευε το παλικάρι, έστειλε τη μάνα του, μια κακιά αλλά και άσχημη δράκαινα να τον βγάλει από τη μέση . Αυτή του έδωσε την κατάρα:

“Να μη γράψεις χαρούμενο ποίημα ξανά, γιατί δε θα μπορέσεις ποτέ να γράψεις οποιοδήποτε ποίημα.”

Θλιμμένο πια το παλικάρι, κανείς δε θα ήθελε ν’ ακούει τα ποιήματά του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε.

Στον ύπνο του είδε ένα αστέρι. Του φάνηκε κάπως παράξενο κι αμέσως ξύπνησε. Μα το ίδιο αστέρι το είδε και πάλι έξω από παραθύρι του. Τότε σηκώθηκε, άνοιξε το παράθυρο και έβαλε μέσα το αστέρι. Αυτό τότε μεταμορφώθηκε σε μια πανέμορφη κοπέλα.

“Μπορώ να σε βοηθήσω, αν θέλεις. Αυτό, βέβαια, θα γίνεται μόνο τη νύχτα.

Να! Πάρε αυτό το μαγικό σπαθί και αύριο θα ξεκινήσουμε μαζί να βρούμε τη μαγική πένα και το νερό της χαράς.”

Λοιπόν, το επόμενο βράδυ ο ποιητής καβαλίκεψε το αστεράκι και φύγανε μαζί. Όμως άρχισε να ξημερώνει και το αστεράκι έφυγε.

Ο ποιητής μας, μόνος του πια, προσπαθούσε να βρει το μονοπάτι που θα τον οδηγούσε στο νερό της χαράς.

Στο δρόμο του είδε μια πολύχρωμη πεταλούδα πιασμένη στα χέρια ενός παιδιού. Η πεταλούδα παρακάλεσε θερμά τον ποιητή να την ελευθερώσει και θα του έκανε όποια χάρη του ζητούσε. Η πλούσια καρδιά του δεν μπορούσε να αντέξει την πεταλούδα φυλακισμένη και την ελευθέρωσε. Εκείνη για να τον ευχαριστήσει του φανέρωσε έναν χάρτη που οδηγούσε στο νερό της χαράς.

Το παιδί, όμως, που είχε φυλακίσει την πεταλούδα, μίσησε το παλικάρι και γι’ αυτό πήγε και είπε ψέματα στο βασιλιά της χώρας.

“…βασιλιά μου, αυτός σχεδιάζει να σου πάρει το θρόνο…”

και τον έπεισε πως έπρεπε σίγουρα να θανατωθεί.

Ο βασιλιάς διέταξε το στρατό του:

“Βρείτε τον και σκοτώστε τον αμέσως.”

Ο ποιητής μας όμως κατάφερε και διέλυσε το στρατό του βασιλιά με το σπαθί που του είχε δώσει το αστέρι. Ήρθε κι η σειρά του βασιλιά!

Ο σωματοφύλακας όμως του βασιλιά, αμέσως μεταμορφώθηκε σε ένα τέρας με τρία κεφάλια ανθρώπινα, σώμα λιονταριού και δύο ουρές βόα.

Στη διάρκεια αυτής της πάλης το παλικάρι… σκοτώθηκε και όλοι τον παράτησαν στον κορμό ενός δέντρου.

Το βράδυ το αστεράκι έπεσε στα κλαδιά του δέντρου και του έφερε το αθάνατο νερό.

“Έλα, ξεκίνησε ξανά! Είσαι πολύ κοντά στο νερό της χαράς. Μόνο άκουσε τι θα σου πουν τα ζωάκια.”

Όταν έφτασε σ’ ένα παραδεισένιο ξέφωτο, αντίκρισε ξαφνιασμένος έξι καταρράκτες. Δεν ήξερε ποιον να διαλέξει. Τότε όλα τα ζώα του δάσους μαζεύτηκαν γύρω του . Χαρούμενα του έδειξαν τον έκτο και τελευταίο καταρράκτη. Ήπιε χωρίς δισταγμό και αμέσως τα ζωάκια τον οδήγησαν ακριβώς πίσω από τον καταρράκτη.

Εκεί βρέθηκε πραγματικά μπροστά σ’ ένα θαύμα. Υπήρχαν λουλούδια σ’ όλα τα χρώματα και ανάμεσά τους, σ’ ένα χρυσό κουτί που λαμπύριζε από την κίνηση του νερού και τις ακτίνες του ήλιου, η μαγική πένα. Χωρίς δεύτερη σκέψη την πήρε και την έκρυψε στο στήθος του.

Σαστισμένος απ’ όσα του συνέβαιναν κάθισε να ξεκουραστεί και ξύπνιος ονειρευόταν την όμορφη κοπέλα που συνάντησε το πρώτο βράδυ της ιστορίας μας. Έγραψε γι αυτήν το ωραιότερο ποίημα της ζωής του.

Το βράδυ εμφανίστηκε το πρώτο αστέρι, τον πήρε και διακτινίστηκαν πίσω στο χωριό.

Μόλις το παλικάρι απήγγειλε το ποίημα που είχε γράψει για την όμορφη κοπέλα, τα μάγια λύθηκαν και το αστέρι πήρε τη μορφή της κοπέλας για πάντα.

Ταυτόχρονα, ένα μπαμ έκρηξης ακούστηκε χιλιόμετρα μακριά. Ο άλλος ποιητής και η δράκαινα μάνα του έσκασαν από το κακό τους.

Από την επόμενη κιόλας, άρχισαν οι ετοιμασίες για το γάμο. Τα γλέντια κράτησαν έναν ολόκληρο μήνα. Όλο το χωριό δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να διασκεδάζει, να χορεύει και να τραγουδά με τα ποιήματα του παλικαριού.

Και όπως πάντα, σ’ όλα τα παραμύθια, ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Το ορφανό παλικάρι

 

Mια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα παλικάρι 19 χρονών, ορφανό από πατέρα και μητέρα.

Αυτό το παλικάρι ήτανε πολύ φτωχό. Ζούσε σ’ ένα δωματιάκι που είχε μόνο μια κουζινούλα και ένα κρεβάτι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα!

Στο χωριό του παλικαριού ανακοινώθηκε πως ένας βασιλιάς έχασε την κόρη του και την αναζητούσε. Όποιος την έβρισκε, θα έπαιρνε την ίδια για γυναίκα του και το μισό βασίλειο για δώρο. Αλλά όποιος γυρνούσε πίσω άπρακτος, θα του έπαιρναν το κεφάλι.

Γενναίο το παλικάρι, μόλις το άκουσε ξεκίνησε να πάει να τη βρει. Έτσι, περπατούσε μια ολόκληρη μέρα και μια ολόκληρη νύχτα, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει.

Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε τέσσερα μονοπάτια. Δεν ήξερε ποιο να διαλέξει απ’ όλα. Τότε είδε έναν κυνηγό που σκόπευε ένα λευκό περιστέρι. Τρόμαξε τον κυνηγό και έσωσε το περιστέρι.

Το περιστέρι γεμάτο ευγνωμοσύνη του είπε:

“Όποτε με χρειαστείς πες:
-Περιστέρι, περιστέρι

έλα πιάσε με απ’ το χέρι-

και θα έρθω.”

Μετά εξαφανίστηκε μέσα στο πυκνό δάσος.

Ο κυνηγός, επειδή θύμωσε που δεν κατάφερε να σκοτώσει το περιστέρι, έδωσε στο παλικάρι λάθος πληροφορία. Του έδειξε το δρόμο του παλατιού, για να τον βρουν οι στρατιώτες και να τον αποκεφαλίσουνε.

Μετά από πολλή ώρα περπάτημα, κάνοντας συνεχώς κύκλους, το παλικάρι έφτασε στο παλάτι. Όταν τον είδαν οι στρατιώτες τον ρώτησαν ποιος ήταν και τι ήθελε.

“Είμαι ένα ορφανό αγόρι που ψάχνω τη χαμένη πριγκίπισσα.”

Οι στρατιώτες νομίζοντας ότι γύρισε πίσω άπρακτος, τον έβαλαν στη φυλακή για να τον αποκεφαλίσου με την πρώτη ακτίνα του ήλιου.

Τα μεσάνυχτα το παλικάρι κάλεσε το περιστέρι:

-Περιστέρι, περιστέρι,

έλα πιάσε με απ’ το χέρι.-

Το περιστέρι, λοιπόν, αφού έβγαλε το παλικάρι από τη φυλακή και το μεταμφίεσε σε φρουρό για να κινείται χωρίς να δημιουργεί υποψίες, εξαφανίστηκε. Τότε το αγόρι βγήκε εύκολα από το κάστρο και πήγε σ’ ένα ασφαλές μέρος για να κοιμηθεί.

Νόμιζε ότι ήταν ασφαλές. Ένα σαρκοφάγο φυτό!

-Περιστέρι, περιστέρι,

έλα πιάσε με απ’ το χέρι.-

Το περιστέρι ήρθε και του έδωσε μια σκόνη. Το παλικάρι πήδησε ψηλά στον αέρα και έριξε τη σκόνη πάνω στο φυτό. Τότε αυτό άρχισε να λιώνει.

Αμέσως ξεκίνησε για την πριγκίπισσα. Πήρε τον αντίθετο δρόμο από κείνον που του έδειξε ο κυνηγός και τη βρήκε μέσα σε μια σπηλιά που τη φυλούσε ένας βόας.

“Βόας;”

-Περιστέρι, περιστέρι,

έλα πιάσε με απ’ το χέρι.-

Το περιστέρι εμφανίστηκε μπροστά του και το μόνο που έκανε ήτανε να του δώσει κουράγιο. Το παλικάρι έπνιξε με τα χέρια του το βόα, πήρε αγκαλιά την πριγκίπισσα και οι δυο μαζί τρέξανε το δρόμο του γυρισμού.

Παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά που τα λάτρευαν και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ο Ράικο και το ξωτικό

O Ράικο ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ιαπωνίας. Αλλά και ο πιο τσιγκούνης.

Είχε υπηρέτες που φρόντιζαν το σπιτικό του και κηπουρούς που περιποιούνταν τον πανέμορφο κήπο του, τη μεγάλη του αδυναμία.

Δεν θα ’δινε ούτε αυτά τα χρήματα στους κηπουρούς αν είχε τη δύναμη να σταματήσει τον άνεμο που συνήθως φυσούσε προς τη μεριά των φυτών.

Έμενε πάνω σ’ ένα βουνό, που δέσποζε σε μια κοιλάδα. Εκεί πάνω ζούσε και ένα ξωτικό. Το ξωτικό αυτό είχε τη δύναμη να μαθαίνει τις σκέψεις των ανθρώπων.

Μια μέρα, ενώ καθόταν πάνω στην προεξοχή ενός βράχου, το ξωτικό είδε τον Ράικο να περπατά μέσα στον κήπο του και διάβασε τις σκέψεις του. Ο Ράικο έψαχνε να βρει τρόπους να κάνει οικονομία στα λεφτά.

“Πρέπει να απολύσω και τους υπηρέτες και τους κηπουρούς.”

Το ξωτικό θύμωσε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ο Ράικο δεν μπορούσε να κοιμηθεί, γιατί έκρυψε το χρυσάφι του μέσα στη ζώνη του και τον εμπόδιζε.

Το άλλο βράδυ το ξωτικό πήρε τη μορφή ενός άνδρα και έγινε επισκέπτης του Ράικο.

“Είσαι πολύ άρρωστος”, του είπε, “αλλά υπάρχει φάρμακο. Λύσε τη ζώνη σου και δώσε το χρυσάφι σου να φάνε κι οι φτωχοί.”

“Όχι δεν το δίνω.”

“Τότε θα τιμωρηθείς”, είπε το ξωτικό και μεταμορφώθηκε ξανά σ’ ένα μαλλιαρό τέρας με μάτια να καίνε. Πλησίασε το Ράικο. Αυτός άρχισε να φωνάζει και ήρθαν οι υπηρέτες και οι κηπουροί να βοηθήσουν.

Το τέρας έφυγε στο βουνό. Το ακολούθησαν και το είδαν να κάθεται μπροστά σε μια σπηλιά. Ήταν μια πελώρια μαλλιαρή αράχνη.

“Να πείτε στον αφέντη σας να λύσει τη ζώνη του και να μοιράσει το χρυσάφι του, γιατί θα τον πνίξω!”

Γύρισαν πίσω αλλά δεν ήταν ανάγκη να πουν τίποτε οι υπηρέτες και οι κηπουροί, γιατί βρήκαν το Ράικο να κλαίει μετανιωμένος. Ήταν ένας άνθρωπος αλλαγμένος. Ορκίστηκε να φροντίζει τους φτωχούς και να δώσει το μισό χρυσάφι του σ’ αυτούς.

Κάθε φορά που κοίταζε, το ξωτικό, από ψηλά τους υπηρέτες και τους κηπουρούς να εργάζονται στο σπίτι του Ράικο και τα παιδιά να παίζουν καλοταϊσμένα στους κήπους, χαμογελούσε….

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ένας ηλικιωμένος ονειρεύεται

Mια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ’ ένα μακρινό χωριουδάκι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος.

Κουρασμένος από ένα μακρινό ταξίδι – είχε πάει στο γιο του στο εξωτερικό – κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα του και αναστέναξε βαθιά. Η θυγατέρα του του είχε ετοιμάσει διάφορες λιχουδιές για να τον περιποιηθεί. Του έκανε κι ένα τσάι κι αφού ενημερώθηκε για τον αδερφό της – που δυστυχώς είχε μπλεξίματα με την αστυνομία – έκανε μασάζ στον πατέρα της για να τον ηρεμήσει. Ο γέρος στενοχωρημένο, αποκοιμήθηκε.

Ονειρεύτηκε ότι περιπλανιόταν σ’ ένα ατελείωτο, πανέμορφο όμως, δάσος, προσπαθώντας να βρει το δρόμο της επιστροφής. Όπου προχωρούσε έβλεπε χορτάρια να μιλούν, τα ζώα να τραγουδούν και να χορεύουν τριγύρω του.

Συνάντησε κι ένα όμορφο, λεπτό, ψηλό, γαλανομάτικο παλικάρι που τραγουδούσε ανέμελο κι αυτό. Αυτό το παλικάρι, που ήταν ο πρίγκιπας του χαρωπού δάσους, ρώτησε το γέροντα:

“Τι ψάχνεις;”

“Ψάχνω το τέλος του δάσους.”

Αμέσως ο πρίγκιπας παρακάλεσε, δε διέταξε, μια μαργαρίτα να οδηγήσει το γέρο στο τέλος του δάσους.

Έτσι κι έγινε. Δυστυχώς, όμως, το τοπίο άλλαξε. Παντού ξεραΐλα. Όλα καμένα. Άκρα του τάφου σιωπή!

Ο γέρος προχώρησε αρκετό δρόμο και συνάντησε έναν πελώριο κόκκινο βάτραχο. Σαστισμένος προχωρούσε με όπισθεν. Τον τύλιξε, όμως, ο βάτραχος με την πελώρια κίτρινη γλώσσα του και τον κατάπιε!

Ο ηλικιωμένος άνθρωπος για καλή του τύχη κουβαλούσε ένα κουτί σπίρτα. Άναψε φωτιά μέσα στην κοιλιά του βάτραχου. Αυτός αναγούλιασε και πήγε να πιει νερό στο ποτάμι. Τότε ο γέρος βρήκε ευκαιρία και βγήκε έξω στην επιφάνεια.

Κολυμπούσε για μια ώρα, και κατάφερε να βγει στη στεριά. Ξαφνικά είδε μια μεγάλη φωτεινή επιγραφή!

“Προχώρησε ένα βήμα δεξιά, είκοσι πέντε βήματα αριστερά και έφτασες στο παλάτι.”

Ο γέρος τήρησε την εντολή, αλλά αμέσως αντίκρισε τον κόκκινο βάτραχο. Αυτός ήταν ο βασιλιάς.

Έσκυψε όμως και πήρε ένα κοχύλι που γυαλοκοπούσε. Το πέταξε στο βάτραχο, άστραψε και βρόντηξε, και … τον τύφλωσε!

Ο γέρος ξύπνησε ιδρωμένος και τρομαγμένος. Έβαλε γρήγορα την κάπα του και μαγεμένος ξεκίνησε να βρει το χαρωπό δάσος. Αυτός ο άνθρωπος δε φοβόταν τίποτε, γιατί ήταν αρκετά ηλικιωμένος και ήξερε ότι, κάποια στιγμή σύντομα, θα πέθαινε.

Εκεί που προχωρούσε έπεσε σε μια λακκούβα με μια κινούμενη άμμο, κι άκουσε ένα ζωηρό άγριο γέλιο. Είδε μια λάμψη από ένα κερί. Το κερί το κρατούσε ένας κακός κλόουν.

“Θα σε κρατήσω φυλακισμένο εδώ, μέχρι να ’ρθει ο χάρος να σε πάρει.”

Το βλέμμα του γέρου έκανε μια γύρα. Παντού υπήρχαν ανατριχιαστικοί σκελετοί. Ο γέροντας τρομοκρατήθηκε λίγο αλλά είχε την ελπίδα ότι θα έρθει κάποιος να τον σώσει.

Πράγματι το πρωί εμφανίστηκε ένα παπαγαλάκι. Αυτό του είχε φέρει ένα σύννεφο με τη μορφή του γέρου για να μείνει στη θέση του.

Έτσι κι έγινε. Το παπαγαλάκι τον έβγαλε από τη λακκούβα και του είπε:

“Πάρε αυτές τις πέτρες, χάλκινες, ασημένιες και χρυσές και αν σε ακολουθήσει ο κλόουν τότε μόνο να τις χρησιμοποιήσεις.”

Πέρασε ο γέρος μια λίμνη και πέταξε τις χάλκινες πέτρες στον κλόουν που παραφύλαγε πίσω από κάποιες καλαμιές. Έτσι γλίτωσε.

Κουρασμένος γύρισε σπίτι του. Κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα του και διηγήθηκε στην κόρη του όλες τις περιπέτειές του.

Πήγε μετά για ύπνο περιμένοντας να δει ένα καλύτερο όνειρο.

 

Η κόρη του πάντως με τις ασημένιες και τις χρυσές πέτρες καλοπαντρεύτηκε και πέρασε ζωή χαρισάμενη.

Ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ ένα κόκκινο βρακί και κοιτούσα απ’ το τρυπί.

 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Τα νιάτα δεν πρέπει να γερνούν

Mια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα φτωχικό σπιτάκι κοντά στην ακρογιαλιά, ζούσαν ένας γέρος και μια γριά εκατό χρονών ο καθένας.

Μια μέρα η εκατό χρονών γριά πήγε ν’ ανάψει φωτιά για να μαγειρέψει, αλλά δε βρήκε ξύλα και είπε:

“Πήγαινε, παππού, στο δάσος να μαζέψεις ξύλα γιατί θέλω να μαγειρέψω.”

Ξεκίνησε ο εκατό χρονών γέρος για το δάσος. Περπάτησε, περπάτησε κι έφτασε στο δάσος. Κάθισε να ξεκουραστεί λιγάκι και αφού πήρε δυνάμεις, άρχισε να μαζεύει ξερόκλαδα. Μάζεψε λίγα, γιατί δεν μπορούσε πολλά να τα σηκώσει, και … μόλις πήρε το δρόμο του γυρισμού, παρουσιάστηκε μπροστά του ένας άνθρωπος με γυαλιά και με μπαστούνι και του είπε:

“Καλημέρα , γέροντα!”

Ο εκατό χρονών γέρος τον κοίταζε και δεν μπορούσε να θυμηθεί πού τον είχε δει. Ο μυστηριώδης κύριος όμως, τον πρόλαβε:

“Δεν με γνωρίζεις, αλλά είμαστε γείτονες. Εσύ μένεις πάνω στη γη κι εγώ από κάτω. Κι εγώ έχω μια γριά σαν εσένα. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι, γιατί δε μαλώνετε και μας αφήνετε να κοιμόμαστε ήσυχα. Γι’ αυτό θα σου κάνω ένα μεγάλο καλό. Άκου τι θα σου πω:

Πάρε εκείνο το μονοπάτι, κάτω από τα αιωνόβια δέντρα. Αφού περπατήσεις μέχρι το ηλιοβασίλεμα, θα δεις ένα πηγαδάκι. Σκύψε και πιες λίγο νεράκι από το πηγαδάκι, αλλά μην πιεις πολύ, γιατί με κάθε γουλιά θα γυρνάς και θα γίνεσαι ένα χρόνο πιο νέος!”

Αφού είπε αυτά τα λόγια ο άγνωστος άνθρωπος, εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος.

Ο εκατό χρονών παππούς, για πολλή ώρα, κοιτούσε το μέρος όπου χάθηκε ο γέρος από τον κάτω κόσμο και πήρε το μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα. Περπάτησε, περπάτησε κι έφθασε στο πηγάδι. Γονάτισε και άρχισε να πίνει νερό. Πίνει και μετράει τις γουλιές. Αφού μέτρησε εβδομήντα γουλιές, σηκώθηκε σβέλτα, κοιτάχτηκε στο πηγάδι και είδε έναν τριαντάχρονο άντρα. Τέτοιος είχε γίνει!

Δυνατός και χαρούμενος άρπαξε το δέμα με τα ξερόκλαδα με το ένα χέρι – του φάνηκαν σαν πούπουλα – και πήρε το δρόμο για το σπίτι.

Στην αυλόπορτα η εκατό χρονών γριά δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν αυτός ο νέος άντρας που κουβαλούσε τα ξύλα.

Όταν πλησίασε , τον γνώρισε και άρχισε να φωνάζει.

Ο νέος άντρας της διηγήθηκε τι του είχε συμβεί και η εκατό χρονών γριά έφυγε τρέχοντας στο δάσος, σαν τρελή!

Στο μεταξύ, ο ξανανιωμένος άντρας σκούπισε την αυλή, μαγείρεψε και κάθισε να περιμένει την ξανανιωμένη γυναίκα του. Μια χαρά απλώνεται στην ψυχή του.

Όμως βράδιασε και η γυναίκα του δε φάνηκε.

Αφού ξημέρωσε, πήγε στο δάσος για να δει τι είχε γίνει. Και τι να δει: Δίπλα στο μαγικό πηγαδάκι περπατούσε ένα κοριτσάκι δύο χρονών με γεροντίστικες παντόφλες, τις παντόφλες της γυναίκας του!

Άντρα μου, αντρούλη μου” , φώναξε το κοριτσάκι και ρίχτηκε στην αγκαλιά του νέου άντρα. Είχε γυρίσει πίσω ενενήντα οχτώ χρόνια!

Αχ γυναίκα μου, είσαι πολύ αχόρταγη. Αν είχες πιει ακόμη δύο γουλιές, θα γινόσουν αγέννητο μωρό!!! Ποτέ σου δεν ξέρεις μέτρο. Τι να σε κάνω τώρα;”

Και αφού πήρε το κοριτσάκι από το χεράκι ο νέος άντρας, το πήγε στο σπιτάκι του κοντά στην ακρογιαλιά, για να το μεγαλώσει.

Το κοριτσάκι ήταν πολύ ζωηρό, τζαναμπέτικο πραγματικά, και … για να μην ανησυχεί του παράξενους γειτόνους του, κάτω από το σπίτι του, την άλλη μέρα ο άντρας το έβγαλε βόλτα στο δάσος.

Αυτό επειδή ήταν πολύ σκανταλιάρικο, πήγε σε ένα κούφιο δέντρο και πετούσε πέτρες. Κουράστηκε όμως και κάθισε από κάτω να ξεκουραστεί…

Ξαφνικά το δέντρο άνοιξε και έριξε επάνω του μια μαγική άσπρη σκόνη! Αμέσως το δίχρονο κοριτσάκι μεταμορφώθηκε σε μια πανέμορφή κοπέλα είκοσι πέντε χρονών!

Ο άντρας μόλις την αντίκρισε, λιποθύμησε από τη χαρά του. Γρήγορα όμως συνήλθε και πιασμένοι και οι δυο χέρι – χέρι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι πήραν το δρόμο για το σπίτι τους για να ξεκινήσουν μια νέα όμορφη ζωή.-

Για τη δημιουργία των παραμυθιών αυτών συνεργάστηκαν οι μαθητές  και οι μαθήτριες της Δ2 τάξης του 2ου Δημοτικού Σχολείου Ν. Μηχανιώνας κατά το σχολικό έτος  1997-98, στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος του Δ.Π.Θ.:

 

«Μια φορά κι έναν καιρό…. αλλά …

μπορεί να γίνει και τώρα. Η εκπαίδευση

ως χώρος διαμόρφωσης νέων παραμυθάδων».

 

Καλαφάτης Παναγιώτης

 

Στοϊμένου Αναστασία

Καραβασίλης Νεκτάριος

 

Τζέκος Παναγιώτης-Χρυσοβαλάντης

Καρελά Ελένη

 

Τζούμα Δέσποινα- Ελένη

Λιόλιος Αθανάσιος

 

Τζούμα Μαρία

Μαρίτσα Κασσιώπη

 

Τζούμας Παράσχος

Νικολαΐδης Θεοφάνης

 

Τσαγάνη Αλεξάνδρα

Ντούσης Χρήστος

 

Τσαγάνη Δέσποινα

Παπαστεργίου Θωμάς

 

Τσακμάκη Ευαγγελία

Πουλάκης Πασχάλης

 

Τσουρούς Χρήστος

Σαλιάρη Αικατερίνη

 

Φερβελή Αικατερίνη

Σαμματιανός Γεώργιος

 

Χατζηαναστασίου Γεώργιος

Σογλεμέζης Ζαφείριος

 

Χατζηιακώβου Ιάκωβος

 

 

Η δασκάλα της τάξης

 

Μπεκερίδου Θάλεια 

 

 

Την εργασία αυτή μαζί με τις εργασίες τριών άλλων σχολείων, δημοσίευσε με τον παραπάνω τίτλο ο Επίκουρος Καθηγητής Λαογραφίας του Παιδαγωγικού Τμήματος του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος (Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα – 1999)

 

 

 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ