|
αρχική σελίδα δραστηριότητες εργασίες το σχολείο μας επικοινωνία |
|
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Κοτζιούλας Γιώργος (1909 - 1956) Κούσουλας Λουκάς (1929 - ….) Κρυστάλλης Κώστας (1868 - 1894) Κυριαζής Γ. Αθανάσιος (1887 - 1950)Λαπαθιώτης Ναπολέων (1898 - 1944) Λειβαδίτης Τάσος (1921 - 1988) σούρουπο, Αυτοπροσωπογραφία, ΑισθητικήΛόρκα Φεντερίκο Γκαρθία (1898 - 1936) Μαβίλης Λορέντζος (1860 - 1912) Μαλακάσης Μιλτιάδης (1869 - 1943) Παίζει απόψε το φεγγάρι, Ακόμα Μελισσάνθη (1910 - 1990) Μπρεχτ Μπέρτολτ (1898 - 1956) Επιτάφιος για …, Ο καπνός, Το κομμένο σκοινί Νιρβάνας Παύλος (1866 - 19 37)Ουράνης Κώστας (1890 - 1953) Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι… Κωστής Παλαμάς (1859 - 1943) Παναγιωτόπουλος Ι. Μ. (1901 - 1981) Παναγούλης Αλέξανδρος (1939 - 1976) Να το ποτίσεις, Πρέπει να ζήσει, Για σένα, Πάουντ Έζρα (1855 - 1972) Παπανικολάου Μήτσος (1900 - 1943) Παπαντωνίου Ζαχαρίας (1877 - 1940) Παππάς Νίκος (1906 - ….) Ρίτσος Γιάννης (1909 - 1990) Σαραντάρης Γιώργος (1908 - 1941) Σαχτούρης Μίλτος (1919 - ….) Σεφέρης Γιώργος (1900 - 1971) Το γιασεμί, Άρνηση, Άγονος γραμμή Σημηριώτης Άγγελος (1870 - 1944) Σικελιανός Άγγελος (1884 - 1951) Πνευματικό εμβατήριο, Η Αντίσταση Σινόπουλος Τάκης (1917 - 1981) Σολωμός Διονύσιος (1798 - 1857) Φιλύρας Ρώμος (1889 - 1942) Χατζόπουλος Κωνσταντίνος (1868 - 1920) Φθινόπωρο, Κι όταν φτάσει η άνοιξη Χικμέτ Ναζίμ (1902 - 1963)Χτίστες, Επιστολές και ποιήματα Ψυχάρης Γιάννης (1854 - 1929) Αντί ΕπιλόγουΚοτζιούλας Γιώργος
Τον πήρα τον Κολιό, τον πήραν οι μαστόροι, παιδί απ’ το σκολειό να μάθει πηλοφόρι. Καρδιά πονετική τον ξέβγαλε με κλάμα: "Τετράδη Κυριακή θα καρτερώ για γράμμα". Δε σώνει άλλο να ιδεί παιδεύεται το μάτι Χκρατούσε ένα ραβδί, το στρώμα του στην πλάτη. Μας έφυγε ο Κολιός κι είχε μια τέτοια λύπη Χθα ’ναι όλοι δω τ’ Αϊ - Λιος και μόνο αυτός θα λείπει. Κούσουλας Λουκάς Κούσουλας Λουκάς
Μεγαλώνεις πλάι μου - κι εγώ μικραίνω.
Έμαθες να περπατάς - κι εγώ αρκουδίζω.
Έμαθες να γελάς - κι εγώ δακρύζω.
Έμαθες να μιλάς - κι εγώ τα χάνω. Κρυστάλλης Κώστας
Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει και τ’ ουρανού τα σύννεφα χίλιες βαφές αλλάζουν, πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες, κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο αποσπερίτης. Την πύρη του καλοκαιριού τη σβήει γλυκό αγεράκι, που κατεβάζουν τα βουνά, που φέρνουν τ’ ακρογιάλια. Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γερο - πεύκος και πίνει και ρουφάει δροσιά κι αχολογάει και τρίζει. Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια, και μ’ αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει. Θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν, τα ζάλογκα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι, κι οι κάμποι γύρω οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν. Κυριαζής Γ. Αθανάσιος
Τραγουδάς το χιόνι από το σπίτι μέσα στη ζεστή σου γειτονιά; Να το τραγουδήσεις απ’ του αλήτη, αν μπορείς την ξέσκεπη γωνιά. Να το τραγουδήσεις με το χτίστη στ’ ανεμοδαρμένο του γιαπί Χμε την εργατιά, γεμάτη πίστη που τους πάγους σπάει με το τσαπί. Να το τραγουδήσεις ζευγολάτης της κρουσταλλιασμένης γης σποριάς Χστα ψηλά γιδόστρατα αγωγιάτης, που στο χιόνι τα ’θαψε ο βοριάς. Να το τραγουδήσεις στο σοκάκι, σαν εμένανε, όπως, μια βραδιά, χιόνι από το τρύπιο μου σακάκι γέμιζε την άδεια μου καρδιά. Λαπαθιώτης Ναπολέων
Κρύο βαρύ, χειμώνας έξω, Τα πουλάκια είναι στα δέντρα, τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια Χ τα πουλάκια είναι στα δάση,τώρα, ποιος τα συλλογιέται -τα πουλάκια θα τα πάρει τα καημένα τα πουλάκια. ο βοριάς που θα περάσει ΧΤα πουλάκια είναι στα δέντρα, η βροχή και το χαλάζι τα πουλάκια είναι στα δάση, κι ο βοριάς που θα περάσει-τα πουλάκια θα τα πάρει - και το χιόνι, που το παίρνουν, ο βοριάς που θα περάσει Χ στις αυλές με το φαράσι…
η βροχή και το χαλάζι Στα παιδάκια είναι τα χάδια, κι ο βοριάς που θα περάσει στα παιδάκια, τα φιλάκια: και το χιόνι, που το παίρνουν, τώρα, ποιος τα συλλογιέται στις αυλές, με το φαράσι… τα καημένα τα πουλάκια;
Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη, Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ, κι έρχεται γιομάτη τρόμους, κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν, κι αν ο θάνατος απόψε, να χωθούν μες στα κρεβάτια, φέρνει γύρα, μες στους δρόμους, μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,
κι αν η παγωνιά θερίζει, τα πουλάκια τα καημένα, κι είναι δίχως ρουχαλάκια, τα πουλάκια, τώρα, πέρα δε βαριέσαι - ποιος θυμάται θα χαθούν χωρίς ελπίδα τα καημένα τα πουλάκια… να φανούν την άλλη μέρα… Λειβαδίτης Τάσος Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν, αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος των δρόμων – όποιον κι αν πάρεις θα τους συναντήσεις.
………………………… Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις χτύπα με αλλού μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο. Δε θα ’θελα να το λαβώσεις.
Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε όλο και πιο πολύ το φως σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα, που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.
Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις. Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία
Ο κάμπος με τα λιόδεντρα ανοίγει και κλείνει σαν βεντάγια. Πάνω στον ελαιώνα ένας ουρανός βαθύς και μια σκούρα βροχή από κρύα αστέρια. Καλαμιές και σκιά τρέμουν στου ποταμού την όχθη. Ο γκρίζος αέρας κυματίζει. Τα λιόδεντρα φορτωμένα από κραυγές. Ένα σμάρι αιχμάλωτα πουλιά που κουνάνε τις μακριές μακριές ουρές τους στη σκιά. (Μετάφραση Αντρέα Αγγελάκη) (Μετάφραση Αντρέα Αγγελάκη) (Μετάφραση Αντρέα Αγγελάκη)Μαβίλης Λορέντζος
Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ’ αγέρι στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα, σαν νυφ’ η γη, πόχει άμετρα άνθη προίκα λάμπει, ενώ σβηέται της αυγής τ’ αστέρι. Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι, εδώ βουίζει μέλισσα εκεί σφήκα Χτη φύση στην καλή της ώρα ευρήκα, λαχταρίζει η ζωή σ’ όλα τα μέρη. Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα, κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα να σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα, να ξαναδώ και το δικό σου Μάη, όμορφή μου, καλή, γλυκιά πατρίδα. Μαλακάσης Μιλτιάδης Μαλακάσης Μιλτιάδης
Παίζει απόψε το φεγγάρι μέσα στην κληματαριά που ’ναι να το πιεις αλήθεια στο ποτήρι! Κι όχι τόσο γιατί παίζει στην κληματαριά, όσο γιατί φέγγει δίπλα σ’ ένα παραθύρι…
Ένα πρωί, σαν πάντα, δεν επρόβαλες Ν’ ανοίξεις το μικρό σου παραθύρι, Στις γλάστρες με τα λούλουδα, σα λούλουδο, Το αχνόξανθο κεφάλι σου να γύρει. Τ’ άλλο πρωί και τ’ άλλο. πάλι τίποτε, Κι ακόμα να σε δουν, ακόμα εσένα, Και μένει το παράθυρο κατάκλειστο Και τα μυριστικά σου μαραμένα. Μελισσάνθη
Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη που ταξιδεύει στον άνεμο. Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη. Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια τα μεγάλα κάματα. Οι άνεμοι, τα νερά παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα πλακώνουν οι βαριές συννεφιές μας τυραννούν οι χειμώνες, κι οι καταιγίδες. Μα πάντα αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα. Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος -κανείς δεν ξέρει πότε και από πού ξεκινά - μας ρίχνει κάτω μ’ όλες τις ρίζες στον αέρα. Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας κάθεται κρυμμένο - να πει μια τρίλια του στη νύχτα που έρχεται, ένα πουλί. Μπρεχτ Μπέρτολτ
Ξέφυγα από τους καρχαρίες Και νίκησα τους τίγρεις Μ’ έφαγαν όμως Οι κοριοί.
Το μικρό σπιτάκι στη λίμνη κάτω απ’ τα δέντρα Από τη στέγη του υψώνεται ο καπνός. Αν έλειπε Πόσο γυμνά θα φαίνονταν Το σπίτι, τα δέντρα και η λίμνη.
Το κομμένο σκοινί Μπορείς να το ξαναδέσεις. Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο Θα’ ναι κομμένο. Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε ,Μα εκεί που μ’ άφησες Δεν πρόκειται ποτέ Να με ξαναβρείς. (Μετάφραση Μάρκαρη Πέτρου)
Νιρβάνας Παύλος
Σκοτεινιασμένος ο ουρανός στον Παρθενώνα γέρνει το μαύρο θόλο κάτασπρες κολόνες τον στηρίζουν μέσα στην μπόρα οι αστραπές ανάερα φίδια σπέρνουν κι οι κεραυνοί τον χαιρετούν χωρίς να τον αγγίζουν. Ουράνης Κώστας
Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι …
Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι, που πια να ταξιδεύουν δεν μπορούνε κι άραξαν στο νησί τους – και τις μέρες τους ανώφελοι και άνεργοι περνούνε,
που είναι σαν ξένοι στη ζωή τη γύρω τους και στο νησί τους σαν φυλακισμένοι, που σέρνονται σκυφτοί και λιγομίλητοι κι ο νους τους στα ταξίδια τους πηγαίνει,
που πάντα τη φανέλα με την κόκκινη την άγκυρα στο στήθος τους φοράνε και που, όταν περπατάν, σκαμπανεβάζουνε σαν μέσα σε καράβι ακόμα να’ ναι,
που, στεριανοί, δεν παύουνε να γνοιάζονται για τον καιρό στη θάλασσα που κάνει, που κι ούτε μιαν ημέρα δεν αφήνουνε χωρίς να κατεβούνε στο λιμάνι,
και που, όταν ο χειμώνας μες στα σπίτια τους τους κλείνει, μπρος στο τζάκι τους, τα βράδια, μ’ υπομονή κι αγάπη – για τ’ αγγόνια τους είτε γι’ αυτούς – μικρά φτιάνουν καράβια. Παλαμάς Κωστής
Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαροχειμωνιά που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε χωρίς νιάτα, κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά στη χιονισμένη στράτα.
Μα χτες, καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια, στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού μου δάκρυσαν τα μάτια.
Στην αργατιά, στη χωριατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι, ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη. Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου. Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου. Παναγιωτόπουλος Ι. Μ.
Μακραίνουν όλα. Είναι ένα πλοίο που φεύγει μέσα στη βραδιά. Πώς μου πληγώνει την καρδιά ν’ ακούω μια τέτοια λέξη: αντίο! Κάπου είχε ανθίσει μια βιολέτα. Κι είπα να πέθαινα μ’ αυτή, μες σ’ ένα θάμπος θαλασσί. Κάπου είχε ανθίσει μια βιολέτα. Τώρα όλα πέρασαν. Στη δύση φαιδρό ζυγιάζεται πουλί τ’ άσπρο πανάκι. Δεν αργεί σε βάθη ονείρου η γης να σβήσει. Παναγούλης Αλέξανδρος
Μην κλαις για μένα ας ξέρεις πως πεθαίνω να με βοηθήσεις δεν μπορείς. Μα δες εκείνο το λουλούδι για κείνο που μαραίνεται σου λέω. Να το ποτίσεις.
Αν για να ζήσεις Λευτεριά τροφή τις σάρκες μας ζητάς και για να πίνεις αίμα και δάκρια δικά μας θέλεις θα σου τα δώσουμε πρέπει να ζήσεις.
Αγάπης λέξεις ξεχασμένες αναστημένες με φέρνουν πάλι στη ζωή.
Κάθε σπίθα υπόσχεση φωτιάς. Κι είναι χιλιάδες σπίθες. Κάποια απ’ αυτές θ’ ανάψει τη φωτιά. Πάουντ Έζρα
Όταν προσεχτικά κοιτάζω τις παράξενες συνήθειες των σκυλιών, να συμπεράνω είμαι αναγκασμένος πως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο απ’ τα ζώα. Όταν προσέχω τις παράξενες συνήθειες των ανθρώπων ,φίλε μου, ομολογώ πως μένω απορημένος. (Μετάφραση Νίκου Σημηριώτη) (Μετάφραση Νίκου Σημηριώτη)Παπανικολάου Μήτσος Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει βρέχει στις ελιές τις γκρίζες - το νερό σα ρίγες τρέχει από τα κλαδιά στις ρίζες. Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα σκοτεινά κάτω κι απάνω ξεχωρίζουν μες στην μπόρα τα τσαντίρια των τσιγγάνων. Απ’ την άσφαλτο τα κάρα κατεβαίνουν, κατεβαίνουν… Λάμπουν μερικά τσιγάρα στα παράθυρα του τρένου… ένα σκιάχτρο απελπισμένο, στη νεροποντή, στο κρύο άδικα γνέφει στο τρένο κι εμψυχώνει το τοπίο. Ανυπόφορη είναι η θλίψη των αγρών αυτό το μήνα! Η βροχή μας έχει κρύψει απ’ το φόντο την Αθήνα… Και το βράδυ κατεβαίνει μες στη νέκρα, μες στη γύμνια… πού ’ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι; Γιατί σώπασαν τ’ αγρίμια; Μες στον κάμπο τώρα μόνα τα βαριά περνούνε τρένα, λες και φέρνουν το χειμώνα και τη νύχτα από τα ξένα. Παπαντωνίου Ζαχαρίας
Σαν πήγε στην Αμερική εγύριζεν ο νους του πίσω καθημερνή και Κυριακή. Σαν άρχιζε να γράφει γράμμα, "καλή μου μάνα κι αδερφή", εκεί τον έπιανε το κλάμα. Επέρασε καιρός πολύς, στα ξένα ασπρίσαν τα μαλλιά του, γυρίζει πίσω παραλής. Τα πλούτη του είναι περισσά. Έφερε γούνες και ρολόγια, έχει τα δόντια του χρυσά. Πηγαίνει στο σπιτάκι ίσια. Η μάνα του; … η αδερφή; Είναι κι οι δυο στα κυπαρίσσια. Ας ξαναζούσαν μια βραδιά - κι ας ήταν και στ’ όνειρό του! - Θα ’δινε ολάκερο το βιο του! Παππάς Νίκος
Εκείνο που ζήτησα από τη ζωή μου το ’δωσε. Ίσως και δίχως να το θέλει, εκείνο που της ζήτησα το πήρα σαν ψωμί μέσα απ’ τα δόντια της, γι’ αυτό σαν βλέπω λίγο εσύ να μου μακραίνεις, λίγο πως πας να κουραστείς, πως μένεις πίσω από τα βήματά μου, είμαι έτοιμος να βγάλω μια φωνή: βοήθεια! Ρίτσος Γιάννης
Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να σου φέγγουν στον ύπνο σου. Κοιμήσου, κοριτσάκι. Είναι μακρύς ο δρόμος. Πρέπει να μεγαλώσεις. Είναι μακρύς μακρύς μακρύς ο δρόμος. Το παιδί μου κοιμήθηκε κι εγώ τραγουδάω… Δύσκολα είναι, κοριτσάκι, στην αρχή. Τι να πεις, δεν ξέρεις. Δύσκολα είναι στην αρχή.Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι, να μάθεις μόνο εκείνο που είσαι, εκείνο που έχεις γίνει, είναι να γίνεις ό,τι ζητάει η ευτυχία του κόσμου, είναι να φτιάχνεις, κοριτσάκι, την ευτυχία του κόσμου. Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη απ’ τη χαρά που δίνεις. Να το θυμάσαι, κοριτσάκι. Σαραντάρης Γιώργος
Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ πάνω στην καταστροφή, δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους, δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε από τη συντροφιά μου, πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω και πως η μουσική των λουλουδιών, ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράματα δεν έρχεται στ’ αυτιά τους Χακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα που θα με φέρουν πλάι τους. Να τους μιλήσω, να κλάψω μαζί τους και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους Χόλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος, σαν τίποτε να μην είχε γίνει, σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας. Σαχτούρης Μίλτος
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα είν’ ο ουρανός και λίγο χιόνι έσφιξα τα σκοινιά μου πρέπει και πάλι να ελέγξω τ’ αστέρια εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω.
Σεφέρης Γιώργος
Είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί.
Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό. Πάνω στην άμμο την ξανθή γράψαμε τ’ όνομά της ωραία που φύσηξεν ο μπάτης και σβήστηκε η γραφή. Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας Χ λάθος!κι αλλάξαμε ζωή.
Το δοιάκι τι έχει; Η βάρκα γράφει κύκλους κι ούτε ένας γλάρος. Σημηριώτης Άγγελος
Οι ποταμοί; Τους διάβηκα. Οι θάλασσες; Τις είδα. Και μέτρησα των ωκεανών τα πλάτη και τα μάκρη Χξέρω ως πού φτάνει τ’ όνειρο, πού σταματάει η ελπίδα Χμα της αγάπης ποιος θεός μπορεί να βρει την άκρη; Σικελιανός Άγγελος
Ομπρός Χ βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ τηνΕλλάδα Χομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο! Ομπρός παιδιά και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος! Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη, σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ το αίμα. Ομπρός οι δημιουργοί! Την αχθοφόρα ορμή σας στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος! …………………………………………………………….
Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια, εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος… Εδώ σηκώνετ’ όλη η γη με τους αποθαμένους, και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της… Κι απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους φωτάει μεμιάς Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος… Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά με τους αντάρτες, - χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια - , κι είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες. Σινόπουλος Τάκης
Τα σύγνεφα μαρμάρωσαν ψηλά στο σιωπηλό ουρανό και μουχλιασμένο φως και υγρό στην πολιτεία πλανιέται και δοκιμάζ’ η παγωνιά στη φτώχια τα καρφιά της. Σκέλεθρο μέσα σε σιωπή, μια μάνα - που ’χει μάτια λουλούδια αρρωστημένα, ωχρά, γιομάτα δροσοστάλες - γονατιστή σε προσευχή παρακαλεί τα Ουράνια ήλιο να στείλουν και ψωμί και πίστη και ειρήνη, για το λαό, που αναιμικός θα σβήσει, δεν αντέχει. Σολωμός Διονύσιος
Την είδα την Ξανθούλα Και το χαιρετισμό της Την είδα ψες αργά, εστάθηκα να ιδώ, που εμπήκε στη βαρκούλα ως που η πολλή μακρότης να πάει στην ξενιτιά. μου το ’κρυψε κι αυτό.
Εφούσκωνε τ’ αέρι Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι λευκότατα πανιά, δεν ήξερα να πω, ωσάν το περιστέρι, αν έβλεπα πανάκι, που απλώνει τα φτερά. ή του πελάου αφρό.
Εστέκονταν οι φίλοι Και αφού πανί, μαντήλι, με λύπη, με χαρά, εχάθη στο νερό, και αυτή με το μαντήλι εδάκρυσαν οι φίλοι, τους αποχαιρετά. εδάκρυσα κι εγώ.
Δεν ακούεται ούτ’ ένα κύμα εις την έρμη ακρογιαλιά, λες και η θάλασσα κοιμάται μες στης γης την αγκαλιά. Φιλύρας Ρώμος
…Ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί και τρέμει, φτερουγίζει, λαχταρεί κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ… Και νιώθοντας πως κάτι το καλεί και θαρρώντας πως άκουσε φωνούλα, τρέμει, σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα και κοντεύει να φύγει απ’ την ψυχή μου και πετώντας στα μάκρη της αβύσσου να γίνει χερουβίμ του παραδείσου… Χατζόπουλος Κωνσταντίνος
Άσε το φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ’ άνθη τα στερνά Χμια ζωή πεθαίνει μια ζωή περνά -τάχα σε προσμένει μια άνοιξη ξανά; Άσε το φθινόπωρο γύρω σου ν’ απλώσει μια στερνή ευωδιά Χμια φωνή σωπαίνει, μια χαρά χαμένη μέσα στην καρδιά - τα στερνά τα φύλλα παίρνει το φθινόπωρο γύρω απ’ τα κλαδιά.
Κι όταν φτάσει η άνοιξη κι έρθουν τα πουλιά και αν γυρίσουν τ’ άνθη, σαν έναν καιρό θα σε περιμένω. Κι όταν έρθει πάλι και το καλοκαίρι με το μαϊστράλι, σαν έναν καιρό θα σε περιμένω. Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό και συννεφιασμένο, θα ’ρθω να σε βρω Χδε θα περιμένω. Χικμέτ Ναζίμ
Τραγουδάνε οι χτίστες. Να χτίζεις μη θαρρείς που’ ναι να τραγουδάς ένα τραγούδι. Είναι μια υπόθεση κάπως πιο δύσκολη. Των οικοδόμων η καρδιά είναι σαν μια πλατεία για γιορτές, λαμποκοπάει, μα η σκαλωσιά δεν είναι μια πλατεία για γιορτές, εκεί ’ναι λάσπη κι άνεμος και χιόνι, τα χέρια που ματώνουν. Εκεί δεν είναι πάντα φρέσκο το ψωμί, πάντα ο καφές ζεστός δεν είναι. Να χτίζεις μη θαρρείς που’ ναι να τραγουδάς ένα τραγούδι, μα είναι λεβέντες όλο πείσμα οι χτίστες, κι η οικοδομή ανεβαίνει, μ’ έφοδο τον ουρανό κυριεύει, ψηλά και πιο ψηλά, πάντα ψηλότερα. Στο πρώτο κιόλας πάτωμα αράδιασαν τις γλάστρες τα λουλούδια, και πάνω στα φτερά τους τα πουλιά τον ήλιο φέρνουνε στο πρώτο μπαλκονάκι…
(1942 – 1946) Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα. Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα. Τις πιο όμορφες μέρες τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις ζήσαμε ακόμα κι αχ ό,τι πιο όμορφο θα’ θελα να σου πω δε στο ’πα ακόμα. (Μετάφραση Γιάννη Ρίτσου) Ψυχάρης Γιάννης
"Στης θάλασσας απάνω τα νερά, ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώση, μεγάλο αγώνα είχε μια φορά παλάτι ξακουστό να θεμελιώσει". Έριξε πέτρες, μάρμαρα βουνά ριζώνει βράχος φοβερός στον πάτο Χο βράχος ανεβαίνει τώρα να που βγαίνει και παλάτι απ΄ τα κάτω. Έτσι και συ, μ΄ όλη την τρικυμιά, στα βάθια της ψυχής μας να ριζώσεις, στη γλώσσα του λαού, που είναι μια, παλάτι ξακουστό να θεμελιώσεις. Η εργασία αυτή θα ήταν καλύτερα να χαρακτηριστεί σαν απόπειρα ανθολόγησης, γιατί εμφανώς είναι ελλιπής. Οι ώρες της Σχολικής Ζωής στα πλαίσια της οποίας έγινε και παρουσιάστηκαν τα ποιήματα - δυστυχώς όχι όλα - στα παιδιά, ήταν περιορισμένες. Έτσι ορισμένοι μόνο ποιητές ανθολογήθηκαν. Προτιμήθηκαν - κατά κανόνα – όσοι αναφέρονται στα βιβλία της Γλώσσας κι είχαν μαζί τους κάποια γνωριμία τα παιδιά. Αναφέρθηκαν και κάποιοι άλλοι λιγότερο γνωστοί μα εξίσου αξιόλογοι, κυρίως μεταπολεμικοί. Τα ποιήματα τα διαλέξαμε ξεκινώντας από την αρχή πως ό,τι είναι αριστούργημα για τους μεγάλους, είναι αριστούργημα και για τα παιδιά, γιατί η Τέχνη πραγματικά συγκινεί, όταν είναι αληθινή, όταν κρύβει μέσα της την αλήθεια της ζωής. Έτσι δεν υπάρχουν εύκολα και δύσκολα ποιήματα. Τα παιδιά είναι ικανά, μόνα τους ή με λίγη βοήθεια, "αν σηκώσουν τις λέξεις", να νιώσουν τη θλίψη, την αγωνία ή την οργή του ποιητή. Διαβάζοντας το ποίημα "Η διαθήκη μου" του Μιχάλη Κατσαρού, δε δυσκολεύτηκαν να νιώσουν ότι πρέπει να αντιστέκεται κανείς στην ευκολία του βολέματος, στο βόλεμα της καθημερινότητας, στην καθημερινή αθλιότητα, στην αυθεντία, στην ανέξοδη πατριδοκαπηλία, στη χυδαιότητα που μας περιτριγυρίζει. Βέβαια διαβάζοντας το ποίημα "Αθανασία" του Τάσου Λειβαδίτη, χρειάστηκε να πάρουμε τους δρόμους, να κατεβούμε σε σταυροδρόμια, "στις άκρες των δρόμων", για να βρούμε πού "κατοικούν οι παλιοί μας σύντροφοι". Και όπως αναφέρει κι ο Κίμων Φράιερ "ένα καλό ποίημα όσο δύσκολο κι αν είναι, πρέπει να μεταδίνει μια άμεση συγκίνηση, πρέπει να χτυπήσει πρώτα στην καρδιά και τα σπλάχνα, πριν ανέβει στο κεφάλι. Το καλό ποίημα είναι σαν το κρεμμύδι: μπορούμε να το ξεφλουδίσουμε στρώμα με στρώμα, ώσπου να φτάσουμε στην καρδιά του, εν τω μεταξύ όμως τα δάκρια θα κυλούν στα μάγουλά μας από την προσπάθεια".
Θανάσης Ταβλαρίδης
|