αρχική σελίδα    δραστηριότητες    εργασίες    το σχολείο μας    επικοινωνία

διδακτικό προσωπικό     μαθητικό δυναμικό

 

Περιεχόμενα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Εισαγωγή

Η ποίηση…

Οι ποιητές…

Άγρας Τέλλος (1899 - 1944)

Περίπατοι

Αθανασούλης Κρίτων (1916 - 1979)

Το πρώτο χελιδόνι, Μήνυμα

Αλεξάνδρου Άρης (1922 - 1978)

Το αμετάφραστο, Άννα

Αναγνωστάκης Μανόλης (1925 - ….)

Στο παιδί μου, Αφιέρωση

Βαρβιτσιώτης Τάκης (1916 - ….)

Σε κάποιον άλλο ουρανό

Βάρναλης Κώστας (1884 - 1974)

Οι πόνοι της Παναγιάς

Βιζυηνός Γεώργιος (1849 - 1896)

Το όνειρο

Βρεττάκος Νικηφόρος (1911 - 1990)

Μοναξιά δεν υπάρχει, Η συντροφιά, Προκήρυξη

Δροσίνης Γεώργιος (1859 - 1952)

Το φτάσιμο, Του Γενάρη το ηλιοβασίλεμα

Εγγονόπουλος Νίκος (1910 - 1986)

Ποίηση 1948

Ελύτης Οδυσσέας (1911 - 1977)

Η Μάγια

Εμπειρίκος Ανδρέας (1901 - 1975)

Είναι τα βλέφαρά μου…, Υπερωκεάνειον

Ζευγώλη - Γλέζου Διαλεχτή (1907 - ….)

Βουβοί δρόμοι

Ιωάννου Γιώργος (1927 - 1985)

Ίσως την αποπλύνει, Με το τρένο

Καβάφης Κωνσταντίνος (1863 - 1933)

Ένας γέρος, Δέησις

Καββαδίας Νίκος (1910 - 1975)

Πούσι

Κάλβος Ανδρέας (1792 - 1867)

Αι ευχαί, Εις Σάμον, Τα ηφαίστεια

Καρυωτάκης Κώστας (1896 - 1928)

Ο Μιχαλιός

Κατσαρός Μιχάλης (1921 - 1999)

Η διαθήκη μου

Κοκκαλίδου - Ναχμία Νίνα (1930 - ….)

Σιωπή

Κοκκίνης Σπύρος (1928 - ….)

Ειρήνη

…………………

αφού κατά λάθος

ο κόσμος

είναι μια ποίηση.

(Τάσος Λειβαδίτης)

Εισαγωγή 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Η ποίηση είναι η πρώτη μορφή της τέχνης, με την οποία μίλησε ο άνθρωπος. Ύστερα ακολούθησε ο πεζός λόγος.

Τη διακρίνουμε στην επική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση.

Η επική ποίηση περιλαμβάνει μεγαλόπνοα ποιήματα, που διηγούνται ηρωικές πράξεις. Τέτοια είναι η “Ιλιάδα” και “Οδύσσεια” του Ομήρου, ο κύκλος των Ακριτικών τραγουδιών, ο “Ερωτόκριτος” του Κορνάρου, η “Οδύσσεια” του Καζαντζάκη και άλλα.

Το λυρικό ποίημα – ονομάστηκε έτσι επειδή το τραγουδούσαν συνοδεύοντάς το με λύρα – είναι μικρό, αναφέρεται στους πόνους και στις χαρές της ψυχής και εκφράζει την εσωτερική διάθεση του δημιουργού. Τέτοια ποιήματα έγραψαν ο Πίνδαρος και η Σαπφώ.

Η δραματική ποίηση περιλαμβάνει τις τραγωδίες και κωμωδίες του αρχαίου θεάτρου, που δημιούργησαν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, αλλά και μεταγενέστεροι.

Η τέχνη της ποίησης μας κάνει να ξεπερνούμε τον εαυτό μας και να ανεβαίνουμε πιο ψηλά από την κουραστική καθημερινή μας ζωή. Διαβάζοντας για παράδειγμα το "Φθινοπωρινό σούρουπο" του Τάσου Λειβαδίτη, ανακαλύπτουμε μια άλλη εκδοχή, που δεν τη σκεφθήκαμε ποτέ, κοιτάζοντας ένα φθινοπωρινό σούρουπο με τα δικά μας μάτια. Είναι φανερό πως η ποίηση είναι ένα είδος μαγείας, κι ο ποιητής με το μαγικό του μολύβι μας βάζει σε κόσμους, που καμιά φορά ούτε καν φανταζόμαστε ότι υπάρχουν.

Ο έντεχνος λόγος, πεζός και ποιητικός - όπως και όλες οι Καλές Τέχνες - με το να απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές μας ικανότητες, πάντα αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι το περιεχόμενο, η απαίτηση της λογικής μας να βγάλει κάποιο συμπέρασμα, ενώ η έκφραση είναι το περιτύλιγμα, ο τρόπος που τα λέει, και απευθύνεται στην αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι ωραίο. Η συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων είναι εντελώς απαραίτητη και η αναλογία τους, που διαρκώς αλλάζει, ήταν και είναι η αιτία της δημιουργίας των διαφόρων σχολών: του ρομαντισμού, του ρεαλισμού, του νατουραλισμού, του συμβολισμού, του φουτουρισμού, του υπερρεαλισμού και άλλων.

Βασικό χαρακτηριστικό της νεότερης ποίησης είναι ότι εγκαταλείπει τα εξωτερικά στοιχεία, που χρησιμοποιούσε η παραδοσιακή ποίηση, όπως η ομοιομορφία στον αριθμό στίχων ανά στροφή, η ομοιοκαταληξία, ο ίσος αριθμός συλλαβών και το μέτρο. Κι ενώ η παραδοσιακή ποίηση επιβάλλει στο ποίημα μια λογική συνέχεια, στη νεότερη παρακολουθούμε το ποίημα την ώρα σχεδόν της δημιουργίας του. Γι’ αυτό όταν διαβάζουμε νεότερη ποίηση, πρέπει να επιστρατεύουμε περισσότερο τη δημιουργική φαντασία μας και λιγότερο τη λογική.

Η Ανθολογία αυτή περιέχει λυρικά ποιήματα , αφού οι περισσότεροι ποιητές στις μέρες μας είναι λυρικοί. Κριτήριο για την επιλογή των ποιημάτων ήταν η ικανοποίηση μιας απαίτησης που είναι βασική για τον κάθε αναγνώστη μιας ανθολογίας: Να έχει στις σελίδες της όλα όσα θα προσδοκούσε και θα ήθελε να βρει, ποιήματα που έχει μαζί τους μια ιδιαίτερη γνωριμία, που τα έχει αγαπήσει και που θα ήθελε να τα είχε συγκρατήσει στη μνήμη του. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Ελυάρ στην Ποιητική Ανθολογία του “η καλύτερη εκλογή ποιημάτων είναι εκείνη που διαλέγεις για τον εαυτό σου”. Έτσι

 

“ Διαλέξαμε

για μας ”.

 

 

Η ποίηση…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

… η ποίηση δεν είναι ο τρόπος

να μιλήσουμε,

αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε

τα πρόσωπά μας.

(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

Η ποίηση έχει σώμα ζεστό κι ολοζώντανο

και το αίμα της κυκλοφορεί

όπως το όνειρο στον ύπνο και στις φλέβες.

(Νόρα Αναγνωστάκη)

 

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση

σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες,

όπου η ζωή χορεύει…

(Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου)

 

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή.

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση

κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη.

(Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου)

 

Ποίηση είναι η ανάπτυξη

ενός επιφωνήματος.

(Βαλερύ)

 

Ω, ποίηση αναμάρτητη

εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας,

ω, ποίηση ατελεύτητη

φτεροκόπημα χελιδονιών…

(Τάκης Βαρβιτσιώτης)

 

Φαίνεται όμως πως θαύματα δεν κάμνουν μόνο

οι διάβολοι κι οι θεοί. Θαύματα κάνει

κι η ποίηση, όταν πράγματι είναι Ποίηση.

(Γιώργος Βαφόπουλος)

 

Τι νομίζεις, λοιπόνΧ κατά βάθος η ποίηση

είναι μι’ ανθρώπινη καρδιά

φορτωμένη όλο τον κόσμο.

(Νικηφόρος Βρεττάκος)

 

Ο τελευταίος στίχος δε μένει πάντα τελευταίος.

Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος,

που γράφει κάποιος αναγνώστης.

(Μιχάλης Γκανάς)

 

Ποίηση

ανάμνηση από φίλντισι

περίπατος τα ξημερώματα

…………………………..

άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό

μαύρος ήλιος καλοκαιρινός

άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος…

(Θωμάς Γκόρπας)

 

Βαδίζεις σε μια έρημο.

Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει.

Όσο κι αν είναι απίθανο

να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο,

ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος

να του φτιάξεις ένα δέντρο.

Αυτό είναι το ποίημα.

(Κική Δημουλά)

 

Η Τέχνη ξαναπλάθει ως λαθραίος θεός τον κόσμο

από την αρχή, μεταμορφώνοντας ό,τι μας απελπίζει

ως γνωστό κι αδιάσειστο

σε μια καταπραϋντική αβεβαιότητα.

(Κική Δημουλά)

 

Τούτοι οι στίχοι ο λαός μου

και τα σπίτια μου.

(Μάνος Ελευθερίου)

 

Εκείνο που πρέπει να γίνεται και να ξαναγίνεται

αδιάκοπα, ατέρμονα, χωρίς την παραμικρή διάλειψη,

είναι η αντιδουλικότητα, η αδιαλλαξία, η ανεξαρτησία.

Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της Υπερηφάνειας.

(Οδυσσέας Ελύτης)

 

Η ποίησις είναι ανάπτυξις

στίλβοντος ποδηλάτου.

(Ανδρέας Εμπειρίκος)

 

Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάμνουνε -για λίγο- να μη νιώθεται η πληγή.

(Κωνσταντίνος Καβάφης)

 

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα

τι είναι τα ποιήματα …………

Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.

Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

(Νίκος Καρούζος)

 

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίηση

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

(Κώστας Καρυωτάκης)

 

Δεν ξεθυμώνω με την ποίηση.

Αν ηρεμώ αυτό να φοβηθείς.

Γιατί - υπολογισμένα κτυπώ - …

(Μιχάλης Κατσαρός)

 

…κι η ποίηση: ένα παιχνίδι

που τα χάνεις όλα,

για να κερδίσεις ίσως

ένα άπιαστο αστέρι.

(Τάσος Λειβαδίτης)

Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε

τον πρώτο στίχο μου.

Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ -

αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

Η ποίηση είναι ένα ταξίδι

σ’ άγνωστη χώρα.

Η ποίηση είναι ταυτόσημη

με την παραγωγή ραδίου.

Για μια και μόνο λέξη

λιώνεις χιλιάδες τόνους

γλωσσικό μετάλλευμα.

(Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη)

 

Μοναχική κι ανήμπορη διαδικασία

η ποίηση.

(Μάριος Μαρκίδης)

Τα ποιήματα δεν είναι και τόσο δύσκολα, το ξέρετε.

Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,

σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.

(Γιώργος Μαρκόπουλος)

 

Στίχοι που κραυγάζουν

στίχοι που ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες

στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη

και μέσα στους λίγους πόδες τους

κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,

άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,

γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα

κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες…

(Τίτος Πατρίκιος)

 

Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες -

πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια

και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.

(Γιάννης Ρίτσος)

 

Η ποίηση είναι

εκείνος ο εαυτός μας

που δεν κοιμάται ποτέ.

(Γιώργος Σαραντάρης)

 

Η ποίηση δεν είναι

η θέληση ν΄ αντισταθείς,

μα ένα ολοσκότεινο δάσος

για να ξεφύγεις.

(Γιώργης Σαραντής)

 

…το χρυσό δίχτυ,

όπου τα πράγματα σπαρταρούν

σαν ψάρια.

(Γιώργος Σεφέρης)

Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων

τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό

τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική

ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.

(Τάκης Σινόπουλος)

 

Η ποίηση πρέπει να ’ναι

ένα ζαχαρωμένο βότσαλο

πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί

να σπας τα δόντια σου.

(Αργύρης Χιόνης)

 

Καμιά φορά στα ποιήματα

στις λέξεις στα τραγούδια

ακούω φτεροκοπήματα

θαρρείς απ’ αγγελούδια.

(Θέτη Χορτιάτη)

 

Εγκαταλείπω την ποίηση

δε θα πει προδοσία,

δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο

στη συναλλαγή.

(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Oι ποιητές…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Ο ποιητής είναι ένας φυλακισμένος

πάντοτε ορθός

μπρος στο λευκό χαρτί.

(Άρης Αλεξάνδρου)

 

Όταν ο ποιητής ανοίγει τα μάτια του

στο καθημερινό θαύμα,

εξαφανίζονται σιγά - σιγά

όλα τα πένθιμα φαντάσματα

όλα τα όνειρα τα λυπητερά.

(Τάκης Βαρβιτσιώτης)

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ                                          ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει

κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί

στην τραγική απάτη τους δοσμένοι

πως κάτου πέρα η Δόξα καρτερεί,

παρθένα, βαθυστόχαστη, ιλαρή.

(Κώστας Καρυωτάκης)

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται η φύση.

(Κώστας Καρυωτάκης)

 

Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους,

κρύβοντας στα φαρδιά

ξεχειλωμένα πανωφόρια τους

κάποιον ποιητή,

που τον αρνήθηκε η τύχη

ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις,

αλλά που τους χαρίζει καμιά φορά

τα πιο ωραία τους δάκρυα.

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

Φτωχοί λαθρεπιβάτες

πάνω στις φτερούγες των πουλιών

την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

Δεν είμαστε πια ποιητές

παρά μονάχα σύντροφοι

με μεγάλες πληγές

και πιο μεγάλα όνειρα.

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

Άνοιξε το παράθυρο στην πρωινή γιορτή,

για να ’μπουν οι μοσκοβολιές από το περιβόλι.

Αχ! κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι-

είναι, για σε, ποιητή.

(Μενέλαος Λουντέμης)

 

Ο ποιητής μένει πάντοτε χρεώστης

απέναντι στον κόσμο.

Πληρώνει πάντα τόκους και πρόστιμα

για τον πόνο των ανθρώπων.

(Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη)

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος,

που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

(Γιώργος Μαρκόπουλος)

                                                                ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

                      

……………………………………………

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ’ αγέρωχο πουλί

που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,

σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή

μες στα γιγάντια του φτερά, χάνει τα βήματά του.

(Κάρολος Μπωντλαίρ)

 

… ένας ποιητής

είναι ένας εργάτης στο πόστο του,

ένας στρατιώτης στη βάρδια του,

ένας υπεύθυνος αρχηγός

μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές

των στίχων του.

(Γιάννης Ρίτσος)

 

Κάποτε οι ποιητές μοιάζουν με πουλιά

στο δάσος του χρόνου,

οι άλμπατρος του Μπωντλαίρ, τα κοράκια του Πόε,

κάποτε σα σπουργίτια μες στο χιόνι

ή σαν αητοί ψηλά σ’ απόκρημνα ιδανικά.

(Γιάννης Ρίτσος)

 

Δεν είμαστε πια ποιητές σημαίνει φεύγουμε

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη ζωή στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή έγινε ξένη

και ο θάνατος βραχνάς.

(Γιώργος Σαραντάρης)

 

Εγώ κληρονόμος πουλιών

πρέπει

έστω και με σπασμένα φτερά

να πετάω.

(Μίλτος Σαχτούρης)

Άγρας Τέλλος

 

                                           ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Περίπατοι

 

Ο άνεμος χούφτες, αγκαλιές,

ρίχνει τα φύλλα απ’ τις φτελιές.

Συρτούς, ανάριους, δεν ακούς

παρά τους κούφιους των αχούς

ανάμεσα απ’ τις μυτερές

φραγές και τις δεντροσειρές.

 

Στον κάμπο, στην πολλή αντηλιά,

τρέμουν τ’ αφώλιαστα πουλιά…

Μια γριούλα σέρνει βιαστική

μια άσπρη κατσίκα απ’ τη βοσκή.

Παιδιά που παίζουν, στη σειρά

πετάνε πέτρες στα νερά.

 

Ψυχή στα τρίστρατα, ερημιά.

Λαλιά στο δρόμο μας καμιά.

Μοιάζουν τα δέντρα τα στητά

σαν πέτρινα, πελεκητά.

Και κάνει κρύο κι είναι σβηστά.

Κράτα το χέρι μου σφιχτά!

 

Αντίο, αυγούλες, εκδρομές,

κυματιστές βουνογραμμές.

Μηδέ μπορείς μεσοστρατίς

να κάτσεις να ξεκουραστείς.

Οι πέτρες μες στη εξοχή

έχουν μουσκέψει απ’ τη βροχή.

 

Φυσάει στις λεύκες, στις φτελιές,

γυμνώνει ο αγέρας τις φωλιές.

Αθανασούλης Κρίτων

 

 

Το πρώτο χελιδόνι

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

 

Καλημέρα σας, άνθρωποι! Είπε το πρώτο χελιδόνι

κι έχτισε τη φωλιά του στην καρδιά του Απρίλη

του ελληνικού! Ω, τι σας φέρνω από τις ζεστές χώρες του Νότου

πάνω σε τούτα τα μικρά φτερά, διασχίζοντας

την τρομερή ατμοσφαίρα του χειμώνα σας!

 

Καλημέρα, ψαράδες από το Μεσολόγγι, Μοραΐτες ξωμάχοι,

σφουγγαράδες Καλυμνιώτες, νησιώτες θαλασσοψημένοι,

Αθηναίοι γραφιάδες, εμπόροι και μεροκαματιάρηδες!

 

Έξω αστράφτει η Ελλάδα από το καλοκαίρι!

Το διαλαλούν οι μέλισσες, τα λούλουδα και οι κορυδαλλοί

σαν μια φτηνή κι ανέξοδη πραμάτεια

για τους πολύ φτωχούς,

για τους πολύ απλούς,

για τους πολύ, πολύ, πολύ ανθρώπους.

 

Μήνυμα

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Σιώπα.

Και να θυμάσαι

με πόση δοκιμασία απόχτησες

την αρετή ν’ αγαπάς.

Αλεξάνδρου Άρης

 

 

Το αμετάφραστο

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Έγραψε ένα ποίημα με λέξεις καθημερινές

(δεντροστοιχία πέτρα κέλυφος χαρτόνι)

έχοντας την πρόθεση να το μεταφράσει

στη μητρική του γλώσσα.

Ανασέρνοντας μια - μια - τις αντιστοιχίες

απ’ το βυθό της μνήμης

αλλάζοντας τη διάταξη για να κρατήσει το ρυθμό

προχώραγε στη νέα παραλλαγή με τόση επιτυχία

που σκέφτηκε να σκίσει την πρώτη γλωσσική μορφή.

Ξάφνου

ο ίσκιος ενός γλάρου πάνω στα νερά

του θύμισε πως όλα τα πουλιά της μακρινής πατρίδας του

είχαν αποδημήσει ή σκοτωθεί.

 

Άννα  (3)

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Θα σε βρω.

Όπου πατάς

πέφτουν πράσινα φύλλα.

Αναγνωστάκης Μανόλης

 

 

Στο παιδί μου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό

σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο

λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι

σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους

νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια

στα παιδιά.

 

 

 

 

Αφιέρωση

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν

Για το σπίτι που χτίστηκε

Για τα παιδιά που μεγάλωσαν

Για τα πλοία που άραξαν

Για τη μάχη που κερδήθηκε

Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια.

Βαρβιτσιώτης Τάκης

 

 

 

Σε κάποιον άλλο ουρανό

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ωραία τραγούδια

μου έφερε

τούτος ο μήνας,

το πρωτοβρόχι.

Τι χαρά,

τι ασφοδέλια,

τι κρίνοι!

Η απόστασή μου από τον ουρανό

μικραίνει.

Σβήνουνε τα βήματα.

Σε κάποιον άλλο ουρανό

μια πιο γλυκιά φωνή ανεβαίνει.

Βάρναλης Κώστας

 

 

Οι πόνοι της Παναγιάς

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

 

……………………………………………………….

 

Πού να σε κρύψω γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφή ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.

Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,

που μες τα βρόχια της οργής ταχιά θενα σπαράξεις.

 

Συ θα’ χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,

θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,

από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.

Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταβρό.

Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

 

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,

να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι

κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ

που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

 

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,

κ’ η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.

Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν.

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταβρώσουν.

 

……………………………………………………….

(Η ορθογραφία είναι του ποιητή).

Βιζυηνός Γεώργιος

Το όνειρο

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εψές είδα στον ύπνο μου

ένα βαθύ ποτάμι,

- θεός να μην το κάμει

να γίν’ αληθινό!

Στην όχθη του στεκόντανε

γνωστό μου παλικάρι,

χλομό σαν το φεγγάρι,

σαν νύχτα σιγανό.

Αγέρας το παράσπρωχνε

με δύναμη μεγάλη,

σα να ’θε’ να το βγάλει

απ’ της ζωής τη μέση.

Και το νερό, π’ αχόρταγα

τα πόδια του φιλούσε,

θαρρείς το προσκαλούσε

στ’ αγκάλια του να πέσει.

Δεν είν’ αγέρας, σκέφθηκα,

και σένα που σε δέρνει.

Η απελπισιά σε παίρνει

κ’ η απονιά του κόσμου!

Κ’ εχύθηκα απ’ το θάνατο

τον δύστυχο ν’ αρπάξω!…

Ωιμέ! πριν ή προφθάξω,

εχάθηκε απ’ εμπρός μου!

Στα ρέματα παράσκυψα,

να τον ευρώ γυρεύω.

Στα ρέματ’ αγναντεύω

το λείψανό μου αχνό!…

Εψές είδα στον ύπνο μου

ένα βαθύ ποτάμι,

-θεός να μην το κάμει

να γίν’ αληθινό!

Βρεττάκος Νικηφόρος

 

Μοναξιά δεν υπάρχει

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένας άνθρωπος

σκάφτει ή σφυρίζει ή πλένει τα χέρια του.

Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένα δέντρο

σαλεύει τα φύλλα του. Εκεί που ένα ανώνυμο

έντομο βρίσκει λουλούδι και κάθεται,

που ένα ρυάκι καθρεφτίζει ένα άστρο,

εκεί που βαστώντας το μαστό της μητέρας του

μ’ ανοιγμένα τα δυο μακάρια χειλάκια του

κοιμάται ένα βρέφος, μοναξιά δεν υπάρχει.

 

 

 

Η συντροφιά

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Σαν Ευαγγέλιο κλειστό στο τραπέζι

το μαύρο ψωμί. Και μέσα του χέρια.

Εκείνο που κράτησε το στάρι και το ’σπειρε,

αυτό που το θέρισε, αυτό που το ζύμωσε.

Δεν είμαι μόνος.

 

 

 

Προκήρυξη

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Τι βγαίνουνε μες απ’ τις κάνες

των τυφεκιών; Ποια αισθήματα;

Ποιος λόγος; Ποιο σωτήριο μήνυμα;

Ειδοποιείστε αυτούς τους στρατιώτες εκεί

που τυφεκίζουν το αύριο.

Δροσίνης Γεώργιος

 

 

Το φτάσιμο

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Θα βραδιάζει η μέρα, όταν θα φτάνομε

στου χωριού τα’ αποσκιωμένα αλώνιαΧ

θα φανούν λευκά τα χωριατόσπιτα

πίσω απ’ των πεύκων τα’ ακροκλώνια.

Μακριά θ’ ακούγονται αρνιών βελάσματαΧ

βραδινή καμπάνα θα σημαίνει

στη βρυσούλα βόδια θα ποτίζονται,

θα καπνίζουν φούρνοι φλογισμένοι.

Θα βαριανασαίνουμε στο διάβα μας

μυρωδιά από στάχυα θερισμένα.

Θα μας ευχηθούν το "καλώς ήρθατε"

χέρια από τον κάματο αργασμένα.

Από το κατώφλι αναμερίζοντας

του καιρού τα’ αγκάθια και τα χόρτα,

του κλειστού παλιόπυργου θ’ ανοίξουμε

τη βαριά τη σιδερένια πόρτα.

 

 

 

Του Γενάρη το ηλιοβασίλεμα

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Του Γενάρη ηλιοβασίλεμα

γαλανό, καθάριο λάμπει,

στολισμένο με τα χρώματα

μιας μαγιάτικης αυγής.

Πρώιμη άνοιξη γιορτάζουμε

ο άλλος κόσμος άλλοι κάμποι:

Τ’ ουρανού τα ρόδ’ ανθίσανε

πριν ανθίσουνε της γης.

Εγγονόπουλος Νίκος

 

 

Ποίηση 1948

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Τούτη η εποχή

του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή

για ποίηση

κι άλλα παρόμοια.

Σαν πάει κάτι

να γραφεί

είναι

ωσάν

να γράφονταν

από την άλλη μεριά

αγγελτηρίων θανάτου

γι’ αυτό και

τα ποιήματά μου

είν’ τόσο πικραμένα

(και πότε, άλλωστε, δεν ήσαν;)

κ’ είναι

- προ πάντων -

και

τόσο

λίγα.

Ελύτης Οδυσσέας

 

Η Μάγια

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά

μες’ απ’ τους ουρανούς περνά.

Κάποτε λίγο σταματά

στο φτωχικό μου και κοιτά:

- Γεια σας τι κάνετε; Καλά;

- Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;

- Τι να σας πω; εκεί ψηλά

τα τρώει τα’ αγιάζι κι η ερημιά.

- Γι’ αυτό πικραίνεσαι, Κυρά,

δε μου τα φέρνεις εδώ - να;

- Ευχαριστώ, μα ’ναι πολλά,

θα σου τη φάνε τη σοδειά.

- Δώσε μου καν την πιο μικρή,

τη Μάγια την αστραφτερή.

- Πάρ’ τη λοιπόν κι έχε στο νου

πως θα ’σαι ο άντρας τ’ ουρανού.

Είπε. Και πριν βγάλω μιλιά,

μου την καρφώνει στα μαλλιά.

Λάμπουνε γύρω τα βουνά,

τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.

Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά

φεύγει και μ’ αποχαιρετά.

Εμπειρίκος Ανδρέας

 

 

 

Είναι τα βλέφαρά μου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες

Όταν τ’ ανοίγω, βλέπω εμπρός μου ό,τι

κι αν τύχει.

Όταν τα κλείνω, βλέπω εμπρός μου ό.τι

ποθώ.

 

 

 

 

Υπερωκεάνειον

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις

Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες

Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων

Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες

Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια

Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπιλιάδες

Χαίρε πού αφέθηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες

Χαίρε που δε φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

 

Ζευγώλη - Γλέζου Διαλεχτή

 

Βουβοί δρόμοι

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στην πόλη εδώ δεν έχει μονοπάτια

να καρτεράς να ’ρθουν οι αγαπημένοι,

να σου γεμίσουν φως τα δυο σου μάτια.

Μια λαχτάρα την ψυχή μου πλημμυράει γλυκιά ως το μέλι…

Πού ξάγναντο να πάω και ν’ αγναντέψω,

αν έρχεται ο καλός ο κύρης μου απ’ τ’ αμπέλι;

Πού ξάγναντο να πάω να περιμένω

να φανείτε αδερφούλες μου, απ’ τη βρύση

με το κορμί στον πλατύ αιθέρα όλο γραμμένο;

Στην πόλη εδώ βουβοί, τυφλοί ’ναι οι δρόμοι κι όλο λύπη,

στην πόλη εδώ δεν έχει μονοπάτια,

να καρτεράς τη μάνα σου, ;άμα λείπει.

Άγιε παππού μου, εσέ πού να καθίσω

να καρτερέψω αργά τον ερχομό σου

και μες στο μούχρωμα να σε μαντέψω απά στο ζό σου;

Και τον καλό τον αδερφό απ’ τα’ αλώνι

κι απ’ το χωράφι, που εζευγάριζε όλη μέρα,

πού να πάμε να τον δούμε, άμα ζυγώνει;

Πού ν’ απλωθεί στα μάτια αντήλιο η παλάμη,

το σύντροφό σου ως πέρα να ζητήσεις

στο λόφο ή στη ραχούλα ή στο ποτάμι;

Και πού να δεις εδώ στα πέρα μονοπάτια

το γαλανό, το ηλιόχαρο παιδάκι, το ακριβό σου,

πού να το ιδείς να σου χαρούν τα μάτια;

Ποιο μονοπάτι εδώ την τρυφερή γιαγιά μπορεί να φέρει,

σκυφτή μέσα στο φως το αποσπερνό,

μ’ ένα κουκί βασιλικό για φύτεμα στο άσαρκο χέρι;

Στην πόλη εδώ βουβοί, τυφλοί ’ναι οι δρόμοι.

Πού ξάγναντο να πάω και ν’ αγναντέψω

γιατί δεν ήρθαν οι καλοί μου ακόμη;

Ιωάννου Γιώργος

 

Ίσως την αποπλύνει…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μη φοβάσαι πια

την καλοκαιρινή βροχή

τις νύχτες που ξυπνάς

απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,

κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

 

 

 

 

 

Με το τρένο

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Όλη νύχτα λέγανε ψαλμούς

-τους παίρνουν όπου να ’ναι τους Εβραίους.

Τα ξημερώματα ήρθαν και μας μίλησαν,

ξυπνήσαν το μικρό τους, έβρασαν αυγόΧ

φεύγανε, λέει, ταξίδι με το τρένο…

Τώρα στο πάτωμά τους μπαινοβγαίνουν άλλοι.

Οι ίδιες πόρτες κλείνουν και γι’ αυτούς,

σ’ αυτά τα ίδια τα δωμάτια πλαγιάζουν.

Κι εγώ ακόμα, αμφιβάλλω αν τους πήρανεΧ

και τα βραδάκια σιγοτραγουδώ στις σκάλες.

Καβάφης Κωνσταντίνος

Ένας γέρος

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος

σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος,

με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια

σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια

που είχε δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ, το νιώθει, το κοιτάζει.

Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει

σαν χτες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα,

και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλα!-

την ψεύτρα που έλεγε : “Αύριο. Έχεις πολύν καιρό”.

Θυμάται ορμές που βάσταγε, και πόση

χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι

κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται

ο γέρος εζαλίστηκε. Κι αποκοιμάται

στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

 

Δέησις

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.

Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί

για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.

Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,

ξεύροντας πως δεν θα ’λθει πια ο υιός που περιμένει.

(Η ορθογραφία είναι του ποιητή).

Καββαδίας Νίκος

 

 

Πούσι

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Έπεσε το πούσι αποβραδίς

το καραβοφάναρο χαμένο –

κ’ έφτασες χωρίς να σε προσμένω

μέσ’ στην τιμονιέρα να με δεις.

 

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί,

πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.

Κάτω στα νερά του Port Pegassu

βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

 

Μας παραμονεύει ο θερμαστής

με τα δυο του πόδια στις καδένες.

Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες

με την τρικυμία θα ζαλιστείς.

 

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό

κ’ είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.

Από να φοβάμαι και να καρτερώ

κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα.

 

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.

Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες,

έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί

χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.

 

Κάλβος Ανδρέας

Αι ευχαί

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Της θαλάσσης καλήτερα

Φουσκωμένα τα κύματα

Να πνίξουν την πατρίδα μου

ωσάν απελπισμένην

Έρημον βάρκαν.

Στην στεριάν, ’ς τα νησία

Καλήτερα μια φλόγα

Να ιδώ παντού χυμένην

Τρώγουσαν πόλεις , δάση,

Λαούς και ελπίδας.

Καλήτερα, καλήτερα

Διασκορπισμένοι οι Έλληνες

Να τρέχωσι τον κόσμον

Με εξαπλωμένην χείρα

Ψωμοζητούντες.

Παρά προστάτας να ’χωμεν.

…………………………….

Εις Σάμον

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,

ζυγόν δουλείας ας έχωσιΧ

θέλει αρετήν και τόλμην

η ελευθερία.

………………………………

Τα ηφαίστεια

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Βαθυά εις την άμμον βλέπω

Χαραγμένα πατήματα

Ζώντων παιδιών και ανθρώπωνΧ

Όμως πού είνε οι άνθρωποι,

Πού τα παιδία; ……………..

(Η ορθογραφία είναι του ποιητή.)

(Η ορθογραφία είναι του ποιητή.)

Καρυωτάκης Κώστας

 

 

 

Ο Μιχαλιός

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

 

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.

Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία

με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.

Δε μπόρεσε να μάθει καν το "επ’ ώμου".

Όλο εμουρμούριζε: "Κυρ - Δεκανέα,

άσε με να πάω στο χωριό μου.

 

 

Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,

αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.

Εκάρφωνε πέρα σ’ ένα σημείο,

το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,

σα να ’λεγε, σα να παρακαλούσε:

"Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω".

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.

Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,

μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.

Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,

μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:

Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

Κατσαρός Μιχάλης

 

 

Η διαθήκη μου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι

και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι

και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.

……………………………………….

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες

ατέλειωτες τις παρελάσεις…

……………………………………….

Αντισταθείτε

σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή

δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα…

……………………………………….

Αντισταθείτε

στα εργοστάσια πολεμικών υλών…

στα θούρια

στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους…

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς

στους άλλους που κάνουν το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα που σας ιστορώ

αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την

Ελευθερία.

…………………………………………….

Κοκκαλίδου - Ναχμία Νίνα

 

 

 

 

Σιωπή

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Όλοι κοιμούνται,

μονάχα το κύμα κι εγώ δεν ησυχάζουμε.

Στο χάραμα κοιμήθηκε το κύμα

κι έμεινα μόνη μου

ν’ αφουγκράζομαι τη σιωπή.

Κοκκίνης Σπύρος

Ειρήνη

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Έτσι απλά όπως το γράφουμε:

Σαν ένα χέρι φιλικό στον ώμο

σαν καλημέρα από φωνές πουλιών

και σα χωριάτικο ψωμί και παραμύθι.

Έτσι απλά όπως το γράφουμε:

σαν το χαμόγελο του ήλιου στα περβόλια

σαν προσευχή της μάνας μας

και σαν παράθυρο ανοιγμένο στη λιακάδα.

Έτσι απλά όπως το γράφουμε:

σαν καμινάδα που σφυρίζει στον αέρα

σαν ιδρωμένο μέτωπο

και σαν καμπάνα μυστική του δείπνου.

Έτσι απλά όπως το τραγουδάμε

Μέσα απ’ τις σάλπιγγες των παιδικών χεριών:

Ειρήνη! Ειρήνη! Ειρήνη!