αρχική σελίδα    δραστηριότητες    εργασίες    το σχολείο μας    επικοινωνία

διδακτικό προσωπικό     μαθητικό δυναμικό

2ο Δημοτικό Σχολείο Νέας Μηχανιώνας

Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης

ΤΡΟΠΟΙ ΑΛΙΕΙΑΣ

 Σχολικό έτος 1998 - 99

Τάξη Στ2

 Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Σάκη Τριγωνίδη.

  ΕΡΓΑΣΙΕΣ

 

Θάλασσα πικροθάλασσα

και πικροκυματούσα

όλοι σε λένε θάλασσα

κι εγώ σε λέω ανθούσα.

(Δημοτικό)

Λίγα λόγια . . .

 

 

Αποφασίσαμε να ασχοληθούμε φέτος - στα πλαίσια του Προγράμματος της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης- με τους τρόπους αλιείας, γιατί για τους περισσότερους κατοίκους της Ν. Μηχανιώνας, από τότε που ακόμα ήταν στις χαμένες πατρίδες τους, η αλιεία είναι μια βασική ασχολία και ο σπουδαιότερος οικονομικός παράγοντας. Και μιλάμε βέβαια για τη Μέση αλιεία (μηχανότρατες, γρι-γρι), τη Μικρή παράκτια (που περιλαμβάνει και την οστρακαλιεία) και την ερασιτεχνική.

 

Περιεχόμενα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 Εισαγωγή

Η αλιεία στην αρχαιότητα

Όταν μιλάμε για ψάρεμα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι αναφερόμαστε γενικά σε όλη την εκμετάλλευση της θάλασσας.

Είναι γνωστό από την προϊστορική έρευνα, πως ο άνθρωπος από πολύ νωρίς χρησιμοποίησε το ζωικό κόσμο της θάλασσας για τις ανάγκες της διατροφής του. Οι αρχαιολογικές πληροφορίες για τη διατροφική κατανάλωση ψαριών ή μαλακίων φτάνει μέχρι την εποχή του Νεάτερνταλ (75.000 – 50.000 π.Χ.) ή και παλαιότερα ακόμη. Σε ανασκαφές, που έγιναν στα Πευκάκια Βόλου και σε άλλους προϊστορικούς οικισμούς της Θεσσαλίας, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τεράστιες ποσότητες υπολειμμάτων θαλασσινής τροφής. Όλα αυτά τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι η αλιεία δεν ήταν άγνωστη.

Από την εμφάνισή του στη γη και για πολλές χιλιάδες χρόνια (θηρευτικό στάδιο) ο άνθρωπος ζούσε σαν παράσιτο, αφού τρεφόταν από τις σάρκες των θηραμάτων και από ό,τι έβρισκε έτοιμο στη φύση. Ήταν δεσμώτης του φυσικού περιβάλλοντος, ένα ον απόλυτα σχεδόν εξαρτημένο από τις φυσικές δυνάμεις.

Στη νεολιθική εποχή (10.000 – 7.000 π. Χ.) παύει η άμεση εξάρτηση και ο παρασιτισμός. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος γίνεται παραγωγός της τροφής. Δεν την παίρνει πια κατευθείαν από τη φύση, αλλά από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, δια μέσου δηλαδή καταστάσεων, που ο ίδιος δημιουργεί και ελέγχει.

Ο νέος τρόπος ζωής, που βασίστηκε στην καλλιέργεια της γης και στην κτηνοτροφία, δημιούργησε την ανάγκη μόνιμου οικισμού και τις πρώτες οργανωμένες κοινότητες. Τεράστιες υπήρξαν λοιπόν οι συνέπειες αυτής της αλλαγής. Άλλαξε ριζικά η πορεία του ανθρώπινου γένους και δημιουργήθηκε το θεμέλιο του Πολιτισμού. Επηρέασε βαθιά την κοινωνική οργάνωση και την πνευματική ζωή – την “ιδεολογία του ανθρώπου”.

Στη νεολιθική λοιπόν εποχή είναι ολοφάνερο από τα αρχαιολογικά ευρήματα ότι η εξασφάλιση της τροφής προέρχεται κυρίως από την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια της γης (κυρίως των δημητριακών) και ότι το κυνήγι και το ψάρεμα δεν έπαιζαν σημαντικό ρόλο. Η αλιεία ωστόσο έγινε μια αρκετά σπουδαία οικονομική δραστηριότητα, όταν οι γεωργικές τροφοπαραγωγικές δραστηριότητες του οικισμού, εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού, δεν ήταν επαρκείς κι έτσι οι άνθρωποι στράφηκαν αναγκαστικά στην αναζήτηση διατροφικών πηγών στη θάλασσα, στα ποτάμια ή στις λίμνες.

Όταν, με την εξέλιξη των εργαλείων και την εξημέρωση των ζώων η γεωργική παραγωγή στους οικισμούς αυξήθηκε και προέκυψε πλεόνασμα προϊόντων, εντατικοποιήθηκε και η αλιεία, γιατί τώρα οι ψαράδες μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα προς το ζειν ανταλλάσσοντας τα προϊόντα της θάλασσας με τα προϊόντα της γης.

Αυτός ο τρόπος ζωής ουσιαστικά συνεχίστηκε χωρίς βασικές αλλαγές για χιλιάδες χρόνια, ως την εποχή της “Βιομηχανικής Επανάστασης” το 1770 μ. Χ.

Η αλιεία και η Νέα Μηχανιώνα

Στην Ελλάδα μέχρι το 1922 η αλιεία γινόταν σε πολύ περιορισμένη κλίμακα από ψαράδες που χρησιμοποιούσαν τεχνικές ελάχιστα αποδοτικές, με αποτέλεσμα τα αλιεύματα να μην επαρκούν για όλη την ελληνική επικράτεια. Όταν λοιπόν, μετά το 1914 και κυρίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ήρθαν οι πρόσφυγες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ, περιοχή κοντά στη Σμύρνη, και εγκαταστάθηκαν στη χώρα, έδωσαν άλλη ώθηση στην επαγγελματική αλιεία μεταδίδοντας την ανεμοτρατάρικη τέχνη, και σ’ άλλους ψαράδες.

Η Αγία Παρασκευή ήταν το μόνο μέρος που γνώριζε την τέχνη της ανεμότρατας. Μέχρι το 1914 ο αλιευτικός στόλος του χωριού αριθμούσε 300 σκάφη και εφοδίαζε με πολύ ψάρι τις αγορές των ελληνικών και τούρκικων παραθαλάσσιων πόλεων. Η αλιεία ήταν το κύριο επάγγελμά των κατοίκων του χωριού, εξαιτίας του οποίου εισέρεαν σ αυτό 400 χρυσές λίρες το χρόνο, ποσό τεράστιο για την εποχή. Είναι ενδεικτικό της δυναμικότητας αυτού του στόλου ότι η Αγία Παρασκευή είναι το μόνο μέρος της Μικράς Ασίας, το οποίο και στους δυο διωγμούς του 1914 και του1922 δε θρήνησε ούτε ένα θύμα. Χάρη σ’ αυτόν τον επιβλητικό στόλο, σε διάστημα 3 μόνο ημερών κατορθώθηκε να μεταφερθούν όλοι οι κάτοικοι με όλα τους τα υπάρχοντα στη Χίο και από εκεί σε όποιο μέρος της Ελλάδας ήθελε ο καθένας. Από τις τράτες εκείνες ξεπήδησε το άγνωστο εντελώς εκείνη την εποχή στην Ελλάδα σύστημα αλιείας βυθού, οι σημερινές μηχανότρατες, που έδωσε στις μέρες μας την αλιευτική πρόοδο και δραστηριότητα.

Οι πρόσφυγες αλιείς, που προέρχονταν από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ εισήγαγαν στην αλιεία μας με την ανεμότρατα την αλιεία βυθού, ενώ οι πρόσφυγες από την Προποντίδα μετέδωσαν το σύστημα αλιείας μεταναστευτικών αλιευμάτων επιφάνειας με τα γρι – γρι. Και οι δυο αυτοί μέθοδοι αλιευτικής δράσης είναι ιδιαίτερα αποδοτικοί και μαζί με τους άλλους τρόπους αλιείας βοήθησαν να αναδειχτεί η αλιεία σε έναν από τους 5 σημαντικότερους οικονομικούς παράγοντες της χώρας.

Η Νέα Μηχανιώνα χτίστηκε το 1923, από πρόσφυγες. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή από τις 450 οικογένειες που ήρθαν αρχικά, οι 60 ήταν από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ, οι 300 από τη Μηχανιώνα της Κυζίκου οι 52 από το Αυδήμι της Ανατολικής Θράκης, οι 18 από το Καστέλι, οι 14 από την Κερασιά και οι 6 από το Αμπαρλί.

Οι οικογένειες που προέρχονταν από την Αγία Παρασκευή, ψαράδικες στο σύνολό τους, διάλεξαν την περιοχή, γιατί στην προσπάθειά τους να βρουν νέα αλιευτικά πεδία έφταναν από τα παράλια της Μικράς Ασίας στο Θερμαϊκό και ψάρευαν. Έτσι ήξεραν καλά τα μέρη αυτά και τα θεώρησαν τα πλέον κατάλληλα για ν’ αρχίσουν απ’ την αρχή μια καινούρια ζωή συνεχίζοντας παράλληλα και το προηγούμενο επάγγελμά τους, την αλιεία.

Οι πρόσφυγες από τη Μηχανιώνα της Κυζίκου έφτασαν εδώ, όντας οι μισοί ψαράδες, γνώστες της μεθόδου αλιείας επιφάνειας, και οι άλλοι μισοί αγρότες, γιατί στο μέρος αυτό όλοι θα έβρισκαν τον τρόπο να επιβιώσουν, είτε ασχολούμενοι με τη θάλασσα είτε με τη γεωργία.

Είναι αυτονόητο λοιπόν πως με τέτοια αλιευτική παράδοση και οι σύγχρονοι κάτοικοι της Νέας Μηχανιώνας ασχολήθηκαν στη μεγάλη πλειοψηφία τους με την αλιεία, μια δραστηριότητα που αποτελεί μέχρι και σήμερα τον κυριότερο οικονομικό παράγοντα του χωριού. Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι ο πολύ πλούσιος σε αλιεύματα Θερμαϊκός κόλπος ευνόησε και την ανάπτυξη όχι μόνο της μέσης αλιείας (μηχανότρατες, γρι – γρι), που έτσι κι αλλιώς δεν εξαρτώνται άμεσα απ’ αυτόν αφού τα σκάφη της ψαρεύουν σε όλο το Αιγαίο και το Ιόνιο, αλλά και τη μικρή παράκτια αλιεία καθώς και την ερασιτεχνική προσφέροντας μια ακόμη σημαντική πηγή εισοδήματος στην πόλη.

Ψάρεμα με μηχανότρατα

Το ψάρεμα με τη μηχανότρατα είναι ένας από τους σημαντικότερους τρόπους ψαρέματος, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Στη Μηχανιώνα, όπου η αλιεία είναι ίσως ο σημαντικότερος οικονομικός παράγοντας, η μηχανότρατα είναι ο πλέον διαδεδομένος τρόπος ψαρέματος και ο πιο επικερδής.

Η χρονική περίοδος ψαρέματος με μηχανότρατα διαρκεί οκτώ μήνες, από την 1η Οκτωβρίου ως τις 31η Μαΐου, με μικρές κατά τόπους διαφοροποιήσεις.

Το πλήρωμά της αποτελείται από 5 - 6 άτομα. Είναι ο καπετάνιος, που συνήθως είναι και ο ιδιοκτήτης του σκάφους, ο μηχανικός και 4 εργάτες.

Ο αλιευτικός εξοπλισμός μιας μηχανότρατας είναι τα συρματόσχοινα, οι πόρτες, τα σχοινιά και η τράτα (δίχτυα και σάκος). Όλη η τράτα την ώρα του ψαρέματος έχει μήκος 40 ως 60 μέτρα. Ο σάκος μόνος του έχει μήκος περίπου 5 μέτρα. Η τράτα έχει σχήμα κώνου. Στη βάση αυτού του κώνου υπάρχουν οι πόρτες, οι οποίες είναι δυο σιδερένιες ορθογώνιες κατασκευές, που σέρνονται στο βυθό κρατώντας την κυκλική βάση του κώνου ανοιχτή. Το δίχτυ στη βάση του νοητού κώνου, που δημιουργείται, στο μεν κάτω μέρος του έχει βαρίδια για να σέρνεται στο βυθό, ενώ στο πάνω μέρος έχει φελλούς (μπαϊνάκια). Μ΄ αυτόν τον τρόπο ( τις πόρτες δηλαδή δεξιά και αριστερά και τους φελλούς και τα βαρίδια πάνω και κάτω) η τράτα διατηρείται ανοιχτή και σέρνεται στο βυθό, πιάνοντας τα ψάρια που βρίσκονται εκεί.

Η μηχανότρατα ψαρεύει τόσο στα βαθιά νερά όσο και στα ρηχά, πάντα όμως, βάση νόμου, σε απόσταση τουλάχιστον 3 μιλίων από τη στεριά, ανεξάρτητα από το βάθος της θάλασσας. Υπάρχει βέβαια η σκέψη να αλλάξει αυτό το μέτρο και η δραστηριότητα της μέσης αλιείας να οριοθετηθεί στα 2 μίλια, με μόνη προϋπόθεση το βάθος της θάλασσας να ξεπερνά τα 50 μέτρα. Στα ρηχά πιάνει τις γαρίδες και τα δεύτερα ψάρια (σαυρίδια, κοκκοβιούς και άλλα μικρά), ενώ στα βαθιά πιάνει την καραβίδα, το μπακαλιάρο, τα μπαρμπούνια, τις κουτσομούρες, τις πεσκανδρίτσες, τους μοσχιούς κ.ά. Κατά τη διάρκεια του ψαρέματος η μηχανότρατα κινείται περίπου με ταχύτητα 3 μιλίων την ώρα.

Η διάρκεια του ψαρέματος, που στην ψαράδικη ορολογία λέγεται “καλάδα”, δεν είναι συγκεκριμένη. Είναι στην απόλυτη κρίση του καπετάνιου και εξαρτάται από την περιοχή. Όταν λοιπόν ο καπετάνιος αποφασίσει, οι αλιεργάτες σηκώνουν τα δίχτυα από τη θάλασσα, αδειάζουν το σάκο με τα ψάρια στην “κουβέρτα”, δηλαδή στο κατάστρωμα της μηχανότρατας, και αμέσως η τράτα ξαναρίχνεται στη θάλασσα για μια νέα “καλάδα”. Στο κατάστρωμα του πλοίου τώρα, το πλήρωμα ξεχωρίζει ανά είδος τα ψάρια και τα βάζει σε κασόνια. Στη συνέχεια τα τοποθετούν σε ψυγεία, όπου διατηρούνται δυο τρεις μέρες, όσο χρόνο δηλαδή χρειάζεται μέχρι να πιάσουν σε κάποιο λιμάνι, όπου θα τα ξεφορτώσουν σε φορτηγά – ψυγεία, για να οδηγηθούν στην ιχθυόσκαλα, όπου και θα πουληθούν.

Την ευθύνη του ψαρέματος την έχει αποκλειστικά ο καπετάνιος. Το πλήρωμα, αφού τελειώσουν οι δουλειές (διαλογή και πάγωμα ψαριών), ασχολείται με επιμέρους εργασίες όπως το ράψιμο της τράτας, όταν χρειάζεται, τη συντήρηση των μηχανών, το μαγείρεμα κ.λ.π. και αν βέβαια υπάρξει ελεύθερος χρόνος ξεκουράζεται για ν’ “αντιμετωπίσει” την επόμενη καλάδα. Γενικά όλοι ανά πάσα στιγμή είναι σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε προβλήματα προκύψουν κατά το ψάρεμα (σκάλωμα τράτας, κάθισμα της τράτας στο βυθό κ.λ.π). Επειδή πάντα υπάρχει η πιθανότητα κάποια τράτα να καταστραφεί κατά τη διάρκεια του ψαρέματος, στο καΐκι υπάρχουν πάντα τρεις ή και περισσότερες τράτες.

Η μηχανότρατα ψαρεύει όλο το 24ωρο χωρίς διακοπή και ο μόνος λόγος που μπορεί να την κάνει να σταματήσει είναι οι κακές καιρικές συνθήκες. Σταματάει επίσης τις μεγάλες γιορτές (28η Οκτωβρίου, Αγίου Νικολάου, Χριστούγεννα, 25η Μαρτίου, Πάσχα) για να μπορέσουν ο καπετάνιος και το πλήρωμα να δουν τις οικογένειές τους και φυσικά να κάνουν μερτικό, να μοιραστούν δηλαδή τα κέρδη.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ψάρεμα με γρι-γρι

Το γρι – γρι εντάσσεται στην στητή αλιεία.. Είναι σύστημα αλιείας επιφάνειας. Με το γρι – γρι πιάνονται κυρίως αφρόψαρα. Χωρίζεται σε γρι – γρι νύχτας και γρι – γρι ημέρας.

Γρι–γρι νύχτας

Στη Μηχανιώνα δουλεύει περίπου 8 μήνες το χρόνο. Βγαίνει την 1η Μαρτίου και ψαρεύει μέχρι την πανσέληνο του Νοεμβρίου..

Επειδή το σύστημα που χρησιμοποιεί το γρι – γρι νύχτας για να προσελκύσει τα ψάρια στηρίζεται στο δυνατό φως που εκπέμπουν λάμπες, αποφεύγει να ψαρεύει όταν έχει πανσέληνο, γιατί τότε το φως των λαμπών είναι αναποτελεσματικό. Έτσι δουλεύει περίπου 26 ημέρες το μήνα και σταματάει (μπαϊντός) τις μέρες που έχει πανσέληνο. Για τον ίδιο λόγο, το πότε και πόσες φορές θα “καλάρει” σε μια νύχτα, εξαρτάται απ’ το φεγγάρι (εμφάνιση – χάσιμο).

Βασικό εργαλείο αυτής της μεθόδου είναι τα ρομπότ, μικρές πλωτές σχεδίες που πάνω τους έχουν μια φιάλη προπανίου και λάμπες μέχρι 10.000 κεριών (είναι απαραίτητα δύο). Παρόμοιες λάμπες υπάρχουν σε μια μικρή βάρκα 3-4 μέτρων, σε μια μεγαλύτερη βάρκα και στο ίδιο το καΐκι. Απαραίτητο εξάρτημα είναι και ένα μεγάλο δίχτυ, που στο πάνω μέρος του έχει φελλούς και στο κάτω, που είναι βυθισμένο, έχει βαρίδια και σιδερένιους κρίκους μέσα απ’ τους οποίους περνάει ένα συρματόσχοινο, το οποίο όταν “καλάρουν” το τραβάν, με αποτέλεσμα το κάτω μέρος του διχτυού να σουρώνει και να κλείνει σαν σάκος.

Αρχικά εντοπίζονται τα ψάρια με το βυθόμετρο ή με το σόναρ, στην οθόνη του οποίου αυτά φαίνονται σαν μικρές κουκίδες. Ο καπετάνιος έχει την ικανότητα να αναγνωρίζει τι είδους ψάρια κινούνται στην περιοχή και φυσικά τον αριθμό τους. Αν αποφασίσει ότι συμφέρει να ψαρέψει, αφήνει ένα ρομπότ. Συνεχίζοντας για λίγο την πορεία του αφήνει και δεύτερο ρομπότ. Στη συνέχεια η μεγάλη βάρκα με επιβάτη ένα μέλος του πληρώματος, που λέγεται λαμπαδόρος, περιφέρεται από ρομπότ σε ρομπότ, χρησιμοποιώντας μόνο τα κουπιά της και κάνοντας απόλυτη ησυχία, και ελέγχει τα ψάρια που μαζεύτηκαν γύρω απ’ αυτά. Αυτός είναι ο υπεύθυνος, μαζί με τον καπετάνιο φυσικά, για το πότε θα καλάρουν. Ακόμη ελέγχει τα θαλάσσια ρεύματα και προτείνει την πορεία που θα ακολουθήσει το καΐκι όταν θα ρίξει το δίχτυ.

Αφού αποφασιστεί ότι ήρθε η ώρα της “καλάδας”, ο λαμπαδόρος σβήνει το φως στο πρώτο ρομπότ και με τον τρόπο αυτό παίρνει όλα τα ψάρια που ήταν μαζεμένα εκεί στο φως της δικής του λάμπας. Στη συνέχεια κατευθύνεται προς το δεύτερο ρομπότ, όπου σβήνοντας τη λάμπα του, αφήνει όλα τα ψάρια εκεί. Ταυτόχρονα το καΐκι σβήνει τη δική του λάμπα και αφήνει όλα τα ψάρια στο φως της μικρής βάρκας, η οποία τα οδηγεί στο σημείο που βρίσκεται το δεύτερο ρομπότ. Η μεγάλη βάρκα τώρα έχει φτάσει στο καΐκι και παίρνει τη μία άκρη του διχτυού. Στη συνέχεια το καΐκι, κινούμενο γρήγορα, ρίχνει το δίχτυ, διαγράφοντας ένα μεγάλο κύκλο γύρω από τα ψάρια, που είναι συγκεντρωμένα κάτω απ’ τη μικρή βάρκα. Επιστρέφοντας στο σημείο που περιμένει η μεγάλη βάρκα πιάνει και την άλλη άκρη του διχτυού. Τότε τραβούν το συρματόσχοινο που υπάρχει στο κάτω μέρος του διχτυού με το βίντσι, ώστε να σουρώσει αυτό και να εγκλωβίσει τα ψάρια. Έπειτα, με τη βοήθεια δύο μαγκάνων, που βρίσκονται η μια στην πλώρη του σκάφους και η άλλη στην πρύμη, τραβούν το δίχτυ με τα ψάρια κοντά στο σκάφος και με τις απόχες ή άλλα κατάλληλα εργαλεία τα παίρνουν πάνω στο σκάφος και τα ρίχνουν σε παγολεκάνες.

Αφού τελειώσει η διαδικασία αυτή, τινάζουν και καθαρίζουν το δίχτυ και το τακτοποιούν προσεκτικά, για να είναι έτοιμο για την επόμενη “καλάδα”. Στο δρόμο προς το σημείο όπου θα παραδώσουν τα ψάρια, γίνεται η διαλογή και η τοποθέτησή τους σε τελάρα. Η παραπάνω διαδικασία είναι επίπονη και απαιτεί πολλά εργατικά χέρια. Για το λόγο αυτό στο γρι – γρι απασχολούνται 13 – 15 άτομα.

Με το γρι – γρι ψαρεύονται αφρόψαρα (σαρδέλες, γαύροι, σαυρίδια, κολιοί, γόπες κ.ά.).

Το δίχτυ του γρι – γρι εν ώρα δράσης. Άποψη από το βυθό.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Γρι – γρι ημέρας

Η ίδια διαδικασία με το γρι – γρι νύκτας ακολουθείται και στο γρι – γρι ημέρας, με τη διαφορά ότι δεν χρησιμοποιούνται τα ρομπότ και οι λάμπες.

Αφού εντοπιστούν τα ψάρια, το καΐκι τα περικυκλώνει με το δίχτυ χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο όπως αυτή έχει περιγραφεί παραπάνω.

Την ημέρα ψαρεύονται συνήθως σαρδέλες, τόνοι κ.ά.

Μικρή παράκτια αλιεία

Δίχτυα

Τα δίχτυα είναι ο πιο γνωστός τρόπος ψαρέματος. Ρίχνονται στη θάλασσα έχουν στο πάνω μέρος σχοινί με φελάρια και κάτω μολυβόσχοινο. Η απόσταση ανάμεσά τους είναι περίπου 1–1,5 μέτρο. Για κάθε είδος ψαρέματος υπάρχει διαφορετικό δίχτυ. Π.χ. με τα “απλάδια” πιάνονται μπαρμπούνια, με τα γαριδόδιχτα γαρίδες και με τα “φανά” γλώσσες και σουπιές. Ένα άλλο είδος διχτυών είναι τα αόρατα, που λέγονται κρυστάλλια. Είναι απαγορευμένα γιατί δεν τα βλέπουν τα ψάρια, χτυπάν πάνω τους, μπλέκονται και δεν μπορούν να φύγουν. Κάθε δίχτυ έχει διαφορετικό μέγεθος τρύπας για να πιάνονται ψάρια διαφορετικού μεγέθους.

Παραγάδι

Το παραγάδι είναι πολλά μέτρα χοντρής πετονιάς (μάνα), που πάνω της δένονται με μικρά κομμάτια πετονιάς (παράμαλλα) αγκίστρια σε κανονικές αποστάσεις. Τα αγκίστρια μπορεί να είναι 250 με 300, ανάλογα πόσα θέλει ο καθένας. Αυτά τακτοποιούνται (λεντίζονται) μέσα σε πανέρι και τα δολώνουν για να τα ρίξουν στη θάλασσα. Με το παραγάδι πιάνονται οποιαδήποτε ψάρια, ανάλογα με το μέγεθος του άγκιστρου. Συνήθως βέβαια πιάνονται μεγάλα ψάρια και “καθαρά”, όπως π.χ. τσιπούρες, παντελήδες κ.λ.π.

 

Κουλούρα

Είναι ένα δίχτυ που χρησιμοποιεί ο ψαράς για να πιάσει κυρίως κεφαλόπουλα ή σαυρίδια. Τα βρίσκει την ημέρα, τα κάνει κύκλο και χτυπάει το νερό. Τα ψάρια φοβούνται, κάνουν να φύγουν και πιάνονται στο δίχτυ.

Πυροφάνι

Το πυροφάνι γίνεται βράδυ με πολύ ισχυρό φως (επιτρέπεται μέχρι 500 κεριά). Σε μια βάρκα βάζει ο ψαράς μια λάμπα που φωτίζει πολύ. Έχει ένα καμάκι και ψάχνει με το φως της λάμπας στο βυθό για να εντοπίσει το ψάρι. Τα ψάρια θαμπώνονται με το φως, σταματάνε και ο ψαράς τα χτυπάει με το καμάκι. Με το πυροφάνι πιάνονται συνήθως μουρμούρες, τσιπούρες και λαβράκια.

Ταλιάνι ή θυννείο

Το ταλιάνι βρίσκεται σε μισθωμένο θαλάσσιο χώρο. Το πλαίσιό του αποτελείται από 13 ξύλινους πασσάλους, το ύψος των οποίων ποικίλει ανάλογα με το βάθος της θάλασσας. Είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους στο μέρος τους που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας με σύρμα ή σχοινί και δεξιά και αριστερά είναι αγκυροβολημένοι για να μην τους πάρει το κύμα. Πάνω τους στερεώνεται ένα δίχτυ (πλεμάτι), έτσι ώστε να σχηματίζεται ένας κλωβός, που έχει μία πόρτα. Από την πόρτα του ταλιανιού ξεκινάει ένα άλλο δίχτυ (γκερεμές), που φτάνει ως τα ρηχά. Αυτό έχει σα σκοπό να οδηγήσει τα ψάρια που περνούν από εκεί μέσα στο χώρο του ταλιανιού. Όταν θα μπει εκεί το ψάρι δεν μπορεί να βρει την έξοδο, γιατί το δίχτυ του ταλιανιού λειτουργεί και σα λαβύρινθος. Η κατασκευή και η τοποθέτηση του διχτυού είναι πολύ δύσκολη και απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία.

Συνήθως πιάνονται μουρμούρες, λαβράκια, κεφαλόπουλα.

Λαμπούτα

Ο ψαράς ρίχνει τα δίχτυα σχηματίζοντας ένα Π. Στην αρχή και στο τέλος κάθε διχτυού ρίχνουν τη σημαδούρα και το θαλασσοφάναρο. Από το τέλος ο ψαράς μπαίνει μέσα στο Π και με το χωνί που έχει στο χέρι χτυπάει το νερό. Τρομάζουν τα ψάρια και πιάνονται στα δίχτυα. Με τη λαμπούτα πιάνονται όλων των ειδών τα ψάρια.

Κουταλάκι

Είναι μια πετονιά, που στο τέλος της δένεται ένα μεταλλικό αντικείμενο, που μοιάζει με κουτάλι. Αυτό έχει πάνω του μια σφαλαγκιά. Η βάρκα κινείται αργά. Ο ψαράς έχει ριγμένη στη θάλασσα τη πετονιά και τη σέρνει. Το κουταλάκι γυαλίζει και τα ψάρια νομίζουν ότι είναι ψαράκι. Ορμάνε να το φάνε και πιάνονται στη σφαλαγκιά. Με το κουταλάκι πιάνονται συνήθως λαβράκια και γοφάρια.

Καλάθι

Το καλάθι μοιάζει με κλουβί. Έχει σχήμα ορθογωνίου και γύρω γύρω υπάρχει σιδερένιο πλέγμα.

Βάζουνε το δόλωμα μέσα στο καλάθι και το ρίχνουν στη θάλασσα το πρωί και την άλλη μέρα πάνε και το σηκώνουν. Τα ψάρια μπαίνουν μέσα στα καλάθια από μια μικρή τρύπα να φάνε το δόλωμα και πιάνονται, γιατί δεν μπορούν να βρουν εύκολα την έξοδο. Συνήθως πιάνονται τσέρουλες, μένουλες αλλά και σπάροι, κοκοβιοί κ.λ.π.

Κάθε είδος ψαριού ψαρεύεται συγκεκριμένη εποχή και σε συγκεκριμένο τόπο. Το πού, εξαρτάται από το βάθος, τις καιρικές συνθήκες κ.λ.π.

Κάθε τρόπος ψαρέματος είναι αποδοτικός, αν ο ψαράς ξέρει τον τόπο που πιάνεται το κάθε είδος, αν έχει τα απαραίτητα εργαλεία και όρεξη για δουλειά.

Όστρακα - Μύδια

Ποια είδη οστράκων ψαρεύονται;

Ο βυθός της θαλάσσιας περιοχής του βορείου τμήματος του Θερμαϊκού και συγκεκριμένα των περιοχών Νέας Μηχανιώνας, Αγγελοχωρίου, Αγίας Τριάδας, Κυμίνων, Μαλγάρων, Μεθώνης και Μακρύγιαλου αποτελούν τον κατ’ εξοχή χώρο παραγωγής και αλιείας των ευγενών όπως αποκαλούνται οστράκων (στρείδια, κυδώνια, χάβαρα κ.ά.), τα οποία μαζί με τα υπόλοιπα θαλασσινά αποτελούν εξαίσιους μεζέδες και είναι ένας απ’ τους λόγους που η ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένης και της Μηχανιώνας, έγιναν πανελληνίως γνωστές. Στην περιοχή Αγγελοχωρίου – Μηχανιώνας μάλιστα υπάρχει αυτοφυής πάγκος (οστρακοφόρος βυθός) αλίευσης και συλλογής κυδωνιών δυναμικότητας περίπου 225 τόνων ανά 8μηνο.

Τα σπουδαιότερα λοιπόν από τα είδη που ψαρεύονται είναι τα κυδώνια, οι γυαλιστερές, οι τελίνες, τα χάβαρα, οι καλογνώμες, τα στρείδια, οι πορφύρες και τα χτένια. Από αυτά άλλα είναι χωμένα στην άμμο του βυθού, άλλα ανάμεσα σε φύκια και πετρούλες και άλλα κολλημένα σε βράχια.

Τα μύδια, που είναι ίσως το πιο διαδεδομένο από τα όστρακα στην Ελλάδα, συνήθως καλλιεργούνται συστηματικά σε μυδοτροφεία.

Πότε ψαρεύονται;

Τα όστρακα ψαρεύονται όλο το χρόνο, εκτός από τους μήνες της γέννας, δηλαδή απ’ τον Αύγουστο ως και τον Οκτώβριο, βάση νόμου (προστασία). Η οστρακαλιεία επιτρέπεται μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας – από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου – και μόνο σε περιοχές που δεν απαγορεύεται από την εποπτεία εναλιείων αρχαιοτήτων για την αποφυγή της αρχαιοκαπηλίας.

Με ποιους τρόπους ψαρεύονται;

Οι τρόποι με τους οποίους ψαρεύονται είναι οι εξής:

1ος τρόπος: Είναι ο παραδοσιακός “αργαλειός”, ένα συρόμενο εργαλείο, που αποτελείται από ένα σίδερο σε σχήμα δέλτα, στην πίσω πλευρά του οποίου σέρνεται ένα δίχτυ και, καθώς το καΐκι προχωρά, αυτό μαζεύει τα όστρακα κυρίως στρείδια και χάβαρα.

2ος τρόπος:. Το ψάρεμα των οστράκων γίνεται πάνω από τη βάρκα με ένα ειδικό εργαλείο που λέγεται χέρα, γιατί είναι μακρύ και μοιάζει με το ανθρώπινο χέρι. Αυτός ο τρόπος εφαρμόζεται περισσότερο ερασιτεχνικά.

3ος τρόπος: Η κατάδυση:

Η κατάδυση είναι ο αποδοτικότερος τρόπος αλιείας οστράκων. Ο δύτης βουτάει στη θάλασσα και, αφού φτάσει στο βυθό, γονατίζει και προσπαθεί να βρει τα όστρακα, που είναι χωμένα κάτω απ’ την άμμο, χτυπώντας με ένα ειδικό εργαλείο – το χεράκι – τον πυθμένα. Τα όστρακα (και σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε κυρίως για τα κυδώνια, που είναι το εμπορικότερο και ακριβότερο είδος) βγάζουν μια μικρή φυσαλίδα, που το έμπειρο μάτι του δύτη εντοπίζει και είναι δείγμα της ακριβούς θέσης τους. Στη συνέχεια με το εργαλείο που κρατά σκαλίζει και τα μαζεύει, βάζοντάς τα στο σάκο που κουβαλά μαζί του.

Κάποια άλλα όστρακα, που βρίσκονται στην επιφάνεια του βυθού, χωρίς να είναι καλυμμένα από την άμμο, τα εντοπίζει και τα συλλέγει αμέσως χωρίς να είναι απαραίτητη η προηγούμενη διαδικασία.

Πώς πρέπει να είναι διαμορφωμένο ένα σκάφος οστρακαλιείας;

Το σκάφος πρέπει να έχει ένα κομπρεσέρ αέρος, που όπως είναι αυτονόητο είναι εκείνο το μηχάνημα που παράγει τον απαιτούμενο αέρα που χρειάζεται ο δύτης για να αναπνέει την ώρα της κατάδυσης. Ακόμα δυο καζάνια χωρητικότητας αρκετών λίτρων το καθένα, που χρησιμεύουν σαν αποθήκες αυτού του αέρα, φίλτρα άνθρακα και από ένα λάστιχο 80 μέτρων και ένα ρυθμιστή, που στέλνει αέρα, σε κάθε δύτη. Για να γίνεται αντιληπτό στα παραπλέοντα σκάφη ότι στην περιοχή υπάρχουν δύτες, το οστρακαλιευτικό πρέπει να έχει για σήμανση αναρτημένη μια κόκκινη σημαία με διαγώνια λευκή λωρίδα και η θαλάσσια περιοχή στην οποία δουλεύουν οι δύτες να οριοθετείται με τέσσερις κόκκινες σημαδούρες.

Για ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια, στο σκάφος παραμένει πάντα ένα άτομο (τσιλιαδόρος ή κολαουζιέρης), ο οποίος έχει σαν καθήκον να ελέγχει την ποσότητα του αέρα που υπάρχει στα καζάνια και να θέτει σε λειτουργία το κομπρεσέρ, όταν αυτό είναι απαραίτητο. Επίσης υποχρέωσή του είναι να ειδοποιεί έγκαιρα και με κάθε τρόπο τα σκάφη, που δεν έλαβαν υπ’ όψιν τους τις προειδοποιητικές σημάνσεις, για τον κίνδυνο που υπάρχει, και στην περίπτωση ατυχήματος να βοηθήσει τους δύτες. Το σκάφος πρέπει να έχει άδεια οστρακαλιείας (έλεγχος και θεώρηση απ’ το λιμεναρχείο ανά εξάμηνο) και όλο το προσωπικό (2 – 3 άτομα) να είναι ασφαλισμένο και να κατέχει δίπλωμα δύτη, όπως απ’ το νόμο απαιτείται.

Ποιος είναι ο εξοπλισμός ενός δύτη;

Ο εξοπλισμός ενός δύτη είναι η στολή, η μάσκα, τα απαραίτητα βαρίδια που τα προσαρμόζει στο σώμα του για να μένει στο βυθό υπερνικώντας την άνωση και ο ρυθμιστής για να αναπνέει από τις αποθήκες αέρος που βρίσκονται στο σκάφος. Ακόμα υποχρεωτική είναι μια μικρή φιάλη οξυγόνου, προσαρμοσμένη στο πόδι του, που θα χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση ανάγκης και προαιρετικά ένα βαθύμετρο χειρός, για να ελέγχει το βάθος στο οποίο βρίσκεται, ώστε να τηρήσει τους κανόνες ασφαλείας κατά την ανάδυσή του.

Τι συνέπειες έχει το βούτηγμα;

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να περάσει κάποιο σκάφος – πιο επικίνδυνα θεωρούνται τα ερασιτεχνικά ταχύπλοα, που δεν ξέρουν ή δε δίνουν σημασία στις προειδοποιητικές σημάνσεις – και να κόψει το σωλήνα παροχής οξυγόνου, με τον οποίο ο δύτης αναπνέει, με πολλές πιθανότητες εκείνος να πνιγεί. Ακόμη μια απότομη ανάδυση χωρίς τις απαιτούμενες προφυλάξεις εγκυμονεί πολλούς και σοβαρούς κινδύνους. Επίσης υπάρχει η περίπτωση να δεχτεί επίθεση από κάποιο μεγάλο ψάρι.

Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους αν λάβει τα κατάλληλα μέτρα.

Πού διατίθενται τα όστρακα;

Τα περισσότερα όστρακα διατίθενται στο εξωτερικό και ειδικά στην Ιταλία. Για το λόγο αυτό η οστρακαλιεία αποτελεί μια σπουδαία πηγή εισροής συναλλάγματος για τη χώρα μας. Μικρότερες ποσότητες προορίζονται για εσωτερική κατανάλωση.

Μυδοτροφεία

Είναι κάποιες εκμισθωμένες εκτάσεις θάλασσας, όπου γίνεται καλλιέργεια μυδιών, η μόνη καλλιέργεια οστράκων που πραγματοποιείται σε εμπορική και επαγγελματική κλίμακα στη χώρα μας. Η μυδοκαλλιέργεια γεννήθηκε στη Μακεδονία, αναπτύχθηκε σ’ αυτήν κι εξακολουθεί να κρατά τα σκήπτρα της μυδοπαραγωγής σε ποσοστό που αγγίζει το 90% της ολικής παραγωγής μυδιών της χώρας.

Διεξάγεται με δυο τρόπους:

Ο πρώτος γίνεται με το σύστημα των πασσαλωτών καλλιεργειών ή κρεβατίνες και προσφέρεται για αβαθείς περιοχές, κυρίως κόλπους με μέγιστο βάθος 4 ως 5,5 μέτρα.

Η δεύτερη μέθοδος αφορά τις πλωτές καλλιέργειες μυδιών και προσφέρεται για μεγάλα βάθη 5,5 ως 15 μέτρα. Διεξάγεται με το πλωτό σύστημα ή long line καλλιέργεια, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται διεθνώς και είναι η πιο αποδοτική. Σε μισθωμένες θαλάσσιες εκτάσεις λοιπόν είναι κατά σειρά αγκυροβολημένα σχοινιά που συγκρατούνται στην επιφάνεια από σημαδούρες. Στα σχοινιά αυτά υπάρχουν δεμένα κάθετα προς το βυθό ανά 30 εκ. άλλα σχοινιά ή ειδικοί σάκοι (κάλτσες). Στην ανώμαλη επιφάνεια των σχοινιών αυτών ή στους σάκους κολλάνε γόνοι μυδιών, που αναπτύσσονται και σχηματίζουν ολόκληρες αποικίες. Κατά διαστήματα απαιτείται αραίωση των αποικιών αυτών, ώστε να αναπτυχθούν περισσότερο. Το μύδι αποκτάει το εμπορεύσιμο μέγεθός του όταν φτάσει τα 50 – 60 χιλιοστά.

Το μύδι διατρέφεται άμεσα από το θαλάσσιο περιβάλλον του, φιλτράροντας το νερό. Χαρακτηριστικό είναι ότι μπορεί και φιλτράρει 3 – 5 λίτρα νερό την ώρα. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του μυδιού, παίζουν τόσο η ποιότητα του θαλασσινού περιβάλλοντος όσο και το είδος της τροφής και η διαθεσιμότητά της, περιοριστικό παράγοντα της οποίας μπορεί να αποτελέσει η τοποθέτηση των μυδιών σε υψηλές πυκνότητες μέσα στους ειδικούς δικτυωτούς σάκους (κάλτσες). Το μύδι αναπτύσσεται καλύτερα σε νερό, στο οποίο υπάρχει αιωρούμενη ιλή από εκροές ποταμών. Γι’ αυτό το λόγο οι ακτές του Θερμαϊκού είναι περιοχές κατάλληλες για τη δημιουργία εγκαταστάσεων καλλιέργειας μυδιών, λόγω του ιδανικού υδάτινου περιβάλλοντος (μειωμένη ρύπανση των υδάτων, ιδανική θερμοκρασία του νερού (10–26οC), υψηλή τιμή του διαλυμένου οξυγόνου) καθώς και της υψηλής τροφικής ικανότητας, που οφείλεται κυρίως στην εισροή γλυκών υδάτων από τους παρακείμενους ποταμούς Αξιό, Λουδία και Αλιάκμονα.

Η μυδοκαλλιέργεια μπορεί να χαρακτηριστεί από άποψη οικονομική ως μια ιδανική αλιευτική δραστηριότητα, γιατί το κόστος παραγωγής είναι μικρό και η ζήτησή του προϊόντος τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό παραμένει υψηλή.

Το μέλλον των οστράκων στην περιοχή μας

Για δεκαετίες τα όστρακα αλιεύονταν από τους παράκτιους ψαράδες των περιοχών του βόρειου Θερμαϊκού και εξάγονταν στις Ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Ιταλία), με πολύ ικανοποιητικές τιμές. Έτσι οι ψαράδες είχαν εξασφαλίσει ένα σταθερό και συγχρόνως ικανοποιητικό εισόδημα από τη δραστηριότητά τους αυτή.

Όσον αφορά τα στρείδια η δυναμικότητα αλιείας τους ξεπερνούσε τους 3.000 τόνους ετησίως και η αξία τους ανέρχονταν σε 1.500.000.000 δραχμές τότε. Από το 1989 την αποκλειστική εκμετάλλευση των στρειδιών και των άλλων οστράκων αυτών των περιοχών είχαν κάποιοι συνεταιρισμοί. Κανείς δεν μπορούσε να αλιεύσει και να εμπορευτεί όστρακα εκτός από τα μέλη αυτών των συνεταιρισμών, και αυτό για την προστασία των φυσικών αποθεμάτων, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε η Νομαρχιακή απόφαση παραχώρησης. Μετά από 7 χρόνια, το 1996 δηλαδή, τα στρείδια εξαφανίστηκαν. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε δείγμα για πειραματικές έρευνες. Όχι μόνο δεν έγινε προστασία των φυσικών αποθεμάτων, αλλά αντιθέτως η υπεραλίευση οδήγησε στην πλήρη εξαφάνισή τους με επακόλουθο όλες τις συνέπειες που ο καθένας μπορεί να φανταστεί. Έτσι τα στρείδια χάθηκαν.

Μ’ αυτόν τον τρόπο η θάλασσα νεκρώνει και τίθεται θέμα επιβίωσης για τον ψαρά. Με τα άλλα όστρακα τώρα τι γίνεται; Τα κυδώνια ψαρεύονται από αυτοδύτες και η συνολική δυναμικότητα αλιείας τους ξεπερνά σε ετήσια βάση τους 180 τόνους και η αξία τους είναι πάνω από 360.000.000 δραχμές. Το υπουργείο αλιείας απαγορεύει την αλιεία τους για 4 μήνες με στόχο την προστασία του είδους. Παρόλα αυτά η εμπορία συνεχίζεται, οι παράνομοι αλιείς ψαρεύουν κυδώνια κυρίως και τα εξάγουν. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης ψαρεύτηκαν πάνω από 50.000 κιλά κυδώνια μόνο από την περιοχή της Θεσσαλονίκης και επειδή είναι απαγορευμένα και υπάρχει έλλειψη κανείς δεν προσέχει το μέγεθος και την ποιότητά τους. Έτσι κατά κύριο λόγο τα κυδώνια αυτά είναι γόνος, πολύ μικρότερος από τις προδιαγραφές εμπορίας του υπουργείου. Οι κτηνιατρικές υπηρεσίες δεν διενεργούν τους ελέγχους που θα μπορούσαν και μόνο το λιμεναρχείο προσπαθεί να βάλει κάποια τάξη κυνηγώντας τους παράνομους ψαράδες. Έτσι όχι μόνο δε γίνεται προστασία, αλλά καταστρέφεται και ο γόνος με αποτέλεσμα να μειώνονται δραματικά τα φυσικά αποθέματα.

Πρόταση των οστρακαλιέων είναι να εφαρμοστεί ξανά ο παλιός δοκιμασμένος τρόπος ελέγχου. Να επιτρέπεται δηλαδή η αλιεία τους όλο το χρόνο και να γίνεται αυστηρότατος έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες κατά τη διαδικασία πώλησής, ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα να βγουν στο εμπόριο όστρακα μικρότερα σε μέγεθος απ’ το κανονικό, τα οποία όπως προείπαμε συνήθως αποτελούν το γόνο. Πρέπει βέβαια να καταλάβουν πρώτοι απ’ όλους οι ίδιοι οι οστρακαλιείς ότι με την υπεραλίευση τα όστρακα οδηγούνται σε αφανισμό και μαζί μ’ αυτά και το επάγγελμά τους. Μόνοι τους θα προστατεύσουν τους εαυτούς τους με το να προστατεύσουν το θαλάσσιο πλούτο.

Αν γίνουν αυτά και οι κτηνίατροι καθώς και οι ίδιοι οι αλιείς οστράκων κάνουν συνειδητά και σωστά τη δουλειά τους τότε υπάρχει περίπτωση προστασίας του κυδωνιού. Αλλιώς ενώ οι υπηρεσίες μιλάνε για προστασία, οι άνθρωποι που ασχολούνται με τα όστρακα προβλέπουν καταστροφή.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ερασιτεχνική αλιεία

Πετονιά

Το ψάρεμα με τη πετονιά γίνεται με διάφορους τρόπους.

Ένας είναι να ψαρεύουμε έξω απ’ τη στεριά.

Ένας άλλος είναι να ψαρεύουμε πάνω από βάρκα. Τότε λέγεται καθετή. Ρίχνουμε άγκυρα, η βάρκα δεν κινείται και ψαρεύουμε πολλών ειδών ψάρια ανάλογα με την εποχή. Από τέλη Μαΐου μέχρι τέλη Αυγούστου ψαρεύουμε σπάρους, μουρμούρια, κοκάλια κ.ά. Τα ίδια ψάρια μπορούμε να τα ψαρέψουμε κι απ’ έξω, αλλά μέσα από τη βάρκα έχουμε πιο πολλές πιθανότητες, γιατί είμαστε πιο βαθιά και μπορούμε να ψαρέψουμε μεγαλύτερα και περισσότερα ψάρια.

Ένας τρίτος τρόπος είναι η συρτή. Ψαρεύουμε με τη βάρκα στα ανοιχτά χωρίς όμως να ρίξουμε άγκυρα. Η βάρκα παρασύρεται από τα ρεύματα της θάλασσας και η πετονιά ψαρεύει καθώς “σέρνεται” στο βυθό.

Υπάρχει και το τσαπαρί, με το οποίο πιάνουμε σκουμπριά, κολιούς και σαυρίδια. Είναι μια χοντρή πετονιά με μεγάλο βαρίδιο κι έχει πάνω της δεμένα 6 – 12 αγκίστρια. Πάλι ψαρεύουμε απ’ τη βάρκα, χωρίς άγκυρα.

Ψαροντούφεκο

Το ψαροντούφεκο είναι περισσότερο συναρπαστικό, γιατί βλέπεις το ψάρι όταν το κυνηγάς. Έχεις τη δυνατότητα επιλογής, δηλαδή να διαλέξεις πιο ψάρι θέλεις να χτυπήσεις, ενώ στα άλλα είδη δεν βλέπεις το ψάρι αλλά πιάνεις ότι τύχει. Το ψαροντούφεκο πρέπει να γίνεται τη μέρα και όχι τη νύχτα. Τη νύχτα είναι πιο εύκολο να χτυπήσεις ψάρι, γιατί αυτό θαμπώνεται από το φως του προβολέα που έχεις όταν το κυνηγάς. Μ’ αυτόν τον τρόπο ακινητοποιείται και το χτυπάς ευκολότερα, ενώ την ημέρα τρομάζει και είναι πιο δύσκολο να το χτυπήσεις. Γι’ αυτό το λόγο το ψαροντούφεκο τη νύχτα είναι απαγορευμένο και επιτρέπεται μόνο την ημέρα. Ακόμη απαγορεύεται να γίνεται και με φιάλες οξυγόνου.

Γρίπος

Ο γρίπος είναι ένα δίχτυ, που σκοπό έχει να περικυκλώσει τα ψάρια και να τα βγάλει έξω στη στεριά. Μοιάζει με μικρή τράτα και τον τραβάν με τα χέρια. Φυσικά αυτό απαγορεύεται, γιατί χαλάει ο γόνος του ψαριού, επειδή πιάνει μεγάλα και μικρά ψάρια. Παρ’ όλα αυτά όμως ψαρεύουν μ’ αυτό τον τρόπο και βγάζουν όσα ψάρια υπάρχουν κοντά στην ακτή.

Ψάρεμα χταποδιών (Χταποδιέρα – Στάμνες)

Το θαλάμι είναι η φωλιά του χταποδιού. Την εποχή που έχει χταπόδια αφήνουμε στάμνες μέσα στη θάλασσα με σημαδούρες και τις δένουμε με σχοινί, έτσι ώστε να νομίζει το χταπόδι ότι είναι η φωλιά του (γιατί η στάμνα έχει το ίδιο σχήμα με τη φωλιά). Έτσι πάει και κάθεται μέσα. Εμείς μετά από μερικές ώρες περνάμε, τραβάμε πάνω τη στάμνα και το χταπόδι μένει μέσα και το παίρνουμε.

Η χταποδιέρα είναι μια σφαλαγκιά, δηλαδή ένα πολυάγκιστρο, την οποία το δένουμε στη πετονιά. Καθώς κινείται η βάρκα τραβάμε την πετονιά που έχει επάνω της ένα ψαράκι. Έτσι πάει το χταπόδι να φάει το ψάρι και πιάνεται στη χταποδιέρα.

Καλαμαριέρα

Η καλαμαριέρα είναι ένα ψεύτικο, πλαστικό ψαράκι με αγκίστρι. Το ψάρεμα με καλαμαριέρα γίνεται πάνω από βάρκα με ελεύθερη ροή. Αφήνουμε δηλαδή τη βάρκα χωρίς άγκυρα, την παρασύρει ο αέρας και τα καλαμάρια βλέπουν το πλαστικό ψάρι να κινείται. Νομίζοντας πως είναι αληθινό, πάνε να το φάνε και πιάνονται.

Νταούλια

Τα νταούλια είναι ένα δίχτυ με στεφάνια. Ξεκινάει από ένα μεγάλο στεφάνι και συνεχίζει με πολλά μικρότερα (το ένα πιο μικρό από το άλλο). Το ψάρι μπαίνει μέσα και δεν μπορεί να βγει. Σ’ αυτό πιάνονται και ψάρια και χταπόδια, αλλά είναι απαγορευμένο.

Οι ερασιτέχνες ψαράδες χρησιμοποιούν και άλλους τρόπους ψαρέματος παρόμοιους μ’ αυτούς που χρησιμοποιούν και οι επαγγελματίες της μικρής παράκτιας αλιείας, όπως τα δίχτυα, το πυροφάνι, τα καλάθια κ.λ.π., οι οποίοι αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ποια είδη ψαριών ψαρεύονται;

Στις δικές μας θάλασσες έχει αρκετά είδη ψαριών. Το καλοκαίρι έχει μουρμούρες, σπάρους, χταπόδια, σουπιές, λιθρίνια, γόπες, σαυρίδια και αυτά είναι συνήθως που ψαρεύουν οι ερασιτέχνες ψαράδες.

Ποια μέρη είναι καλά για ψάρεμα;

Αναλόγως τι ψάρι θέλεις να πιάσεις. Αν θες να πιάσεις μουρμούρα θα πας σε αμμουδιά, αν θες λιθρίνι ή σπάρο θα πας σε πέτρα. Στις πέτρες επίσης είναι και τα χταπόδια. Σε γενικές γραμμές τα ψάρια πάνε σε κόλπους, όπως ο Θερμαϊκός, για να γεννήσουν. Έτσι στην περιοχή μας έχει πολλά ψάρια.

Ποιες εποχές συνήθως ψαρεύονται τα ψάρια;

Σχεδόν όλο το χρόνο έχει ψάρια, αλλά κάθε εποχή έχει το δικό της είδος.

Τα ψάρια στη διατροφή μας

Παρόλο που η χώρα μας διαθέτει πολύ μεγάλο αλιευτικό στόλο, η κατά κεφαλή κατανάλωση αλιευμάτων κινείται σε μέσα ευρωπαϊκά (κοινοτικά) επίπεδα.

Την πρώτη θέση κατέχουν οι Ισλανδοί με μέση κατανάλωση για κάθε άτομο 93 κιλά το χρόνο. Ακολουθούν οι Πορτογάλοι (πρώτοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση) με 57 κιλά, οι Νορβηγοί με 46 κιλά, οι Ισπανοί με 39 κιλά, οι Φιλανδοί με 33 κιλά, οι Σουηδοί με 27 κιλά, οι Έλληνες με 24 κιλά (λίγο πιο πάνω από το μέσο κοινοτικό όρο που είναι 22 κιλά το χρόνο), οι Γερμανοί με 12 κιλά, οι Αυστριακοί με 10 κιλά (διάγραμμα 1).

Η εξέλιξη της κατανάλωσης ψαριών στην Ελλάδα φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα. Αν και η μέση ετήσια κατά κεφαλή κατανάλωση ψαριών σε κιλά διπλασιάστηκε από 1927, εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή για μια χώρα, που διαθέτει ακτές μήκους 15,5 χιλιάδων χιλιομέτρων.

 


 Παροιμίες και παροιμιακές φράσεις

  • Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο.
  • Του κυνηγού το σπίτι έρμο, του ψαρά παντέρμο.
  • Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε.
  • Για στραβά αρμενίζουμε, για στραβά είναι η πλώρη μας.
  • Δυο καπετάνιοι σ' ένα καράβι το βουλιάζουν.
  • Παλιό γιατρό και γέρο καπετάνιο να γυρεύεις.
  • Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται.
  • Ναύτης με τον ήλιο και χωριάτης με το λύχνο.
  • Τ' αμπέλια θέλουν αμπελουργούς και τα καράβια ναύτες.
  • Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.
  • Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο.
  • Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό.
  • Άσπρα στο πουγκί, ψάρια στο βουνί.
  • Απ' το κεφάλι βρωμάει το ψάρι.
  • Τα 'καμε θάλασσα.
  • Αν δε βρέξεις κώλο, ψάρια δε θα φας.
  • Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει.
  • Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν.
  • Δέρνει με κι η θάλασσα, δέρνει με και το κύμα.
  • Καρτεράει ο μπακαλιάρος λάδι, για να πάει στο τηγάνι.
  • Οι φελλοί επιπλέουν.
  • Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.
  • Πλένε καράβια στο γιαλό, πλένε και τα κουράδια.
  • Αν πας στο ψάρεμα και δεις γοβιό, μάζεψε τα ρούχα σου και πάνε στο χωριό.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί επιλόγου

Η αλιεία στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια διέρχεται σημαντική κρίση (μείωση των αλιευτικών αποθεμάτων) και οι αιτίες είναι:

  • Η παράνομη αλιεία, κυρίως με εκρηκτικές ή τοξικές ύλες.
  • Η υπεραλίευση, όταν χρησιμοποιούνται δίχτυα με μικρό άνοιγμα, που καταστρέφουν το γόνο.

Τα προβλήματα αυτά έρχεται να λύσει ο νέος κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά με τους περιορισμούς που επιβάλλει δημιουργεί και καινούρια προβλήματα:

  • Τα αλιευτικά μας πεδία περιορίζονται τελικά στα 3 μίλια (αφού τα χωρικά μας ύδατα είναι 6), όταν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι ψαρεύουν σε 9 μίλια.
  • Η προστασία των αλιευμάτων της Μεσογείου είναι πλασματική και ψευδής, αφού μόνο 4 από τα 15 μεσογειακά κράτη θα την εφαρμόσουν. Τα υπόλοιπα μπορούν και αλιεύουν χωρίς περιορισμούς και έλεγχο.
  • Η ελεύθερη εισαγωγή αλιευμάτων, που αλιεύονται με εργαλεία και όρους μη αποδεκτούς από την Ε.Ε. στα αλιευτικά πεδία του Αιγαίου από τους Τούρκους συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό για τη χώρα μας, χωρίς να προστατεύει τα ιχθυοαποθέματα του Αιγαίου.

Γι’ αυτούς τους λόγους η Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Μέσης Αλιείας (ΠΕΠΜΑ), που εδρεύει στη Μηχανιώνα, υποστηρίζει ότι πρέπει να χαρακτηριστεί η ελληνική αλιεία “ιδιόμορφος” και να μην ισχύουν οι αυστηροί περιορισμοί της Ε.Ε στο Αιγαίο, μέχρι να γίνουν οι σχετικές μελέτες και να ρυθμιστεί το καθεστώς του ως ίσο με την υπόλοιπη Μεσόγειο και σύμφωνα με τις επιλογές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, κατά το οποίο και τα νησιά έχουν χωρικά ύδατα όσα και η ηπειρωτική χώρα.

Βιβλιογραφία:

  1. Η Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ (Γιάννη Δ. Αικατερίνη).
  2. Διατροφή και δημόσια υγεία (Χρήστου Δ. Ζηλίδη).
  3. Προϊστορικά αναγνώσματα - Αναλογίες (Χορμουσιάδη ).
  4. Περιοδικό "Αλιευτικά Νέα" (Τεύχη 207, 212, 219, 220).
  5. Εγκυκλοπαίδεια "Ελευθερουδάκη".

Α

Ομάδα

Β

Ομάδα

1

Αράμπωβ Ντένης

1

Κολέσης Ιωάννης

2

Καψάλας Διαμαντής

2

Κούτλος Θεόδωρος

3

Καψάλας Ελευθέριος

3

Μηνίδης Αθανάσιος

4

Λουκής Ιωάννης

4

Σαμαριάς Σάββας

5

Ταραράς Μιχάλης

5

Χιότογλου Γεώργιος

6

Τζάτζος Δημήτριος

6

Τερζόπουλος Παναγιώτης

 

Γ

Ομάδα

Δ

Ομάδα

1

Αντωνογιαννάκη Δέσποινα

1

Ακαντζηλιώτης Νικόλαος

2

Μαργαρίτη Ελεάνα

2

Αποστολάκη Ασημίνα

3

Μαρωνίδου Σωτηρία

3

Ασλάνη Βασιλική

4

Παναγιωτίδου Αγγέλα

4

Μυροφορίδου Ουρανία

5

Σουραϊλίδου Σοφία

5

Νταμοτσίδου Χρυσούλα

6

Ψαριάη Ισμήνη

6

Στυλιανίδης Δημήτριος

   

7

Τσόπια Κατερίνα

 

Ε

Ομάδα

1

Μαυρομάτης Μιχαήλ

2

Σογλεμέζης Γεώργιος

3

Τραχανά Άννα

Υπεύθυνοι Προγράμματος Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης

Δουγά Φερονίκη - Ταβλαρίδης Αθανάσιος

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ